Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

ΕΛΛΗΝΕΣ



Ελλάς, Ελλάδα, Έλλην, Έλληνας.
Πούθε κρατάει η σκούφια μας αλήθεια;
Ας δούμε μερικές ερμηνείες έτσι όπως τις αλίευσα από το διαδίκτυο.
΄Ελλην:  Έτσι ονομάζονταν, κατά τον Ησίοδο, ένας από τους γιους του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτύωνα και της Πρωτογένειας. Ο Δευκαλίων ήταν ο βασιλιάς της Φθιώ­τιδας και ο ήρωας του ελληνικού κατακλυσμού, πού έγινε σύμφωνα με μια μεγάλη αρχαία επι­γραφή το έτος 1528 π.Χ.
Ο φιλοπόλεμος βασιλιάς Έλλην απέκτησε από τη Νύμφη Ορσηΐδα τους γιούς Αίολο,  Δώρο και Ξούθο (πατέρα του Αχαιού και του Ίωνα).
Αυτή είναι η πιο διαδεδομένη  άποψη γιατί:
1.       Μέσα από την  μυθολογική γενεαλογία ερμηνευόταν η φανερή συγγένεια μεταξύ των ελληνικών φυλών, των οποίων οι επώνυμοι γίνονταν γιοί (Αίολος, Δώρος) και εγγονοί (Αχαιός, Ίων) του Έλληνα και
2.      Με την συγγένεια Έλληνα και Αμφικτύωνα, συμβολικών αντιπροσώπων του έθνους και της αμφικτιονικής συναδέλφωσης των διαφόρων λαών του, υποδηλώνονταν πως Έλληνες ονομάστηκαν οι αμφικτιονικοί λαοί του Έθνους, σε αντίθεση με τους μη αμφικτιονικούς λαούς του.
Δεύτερη παράδοση έφερε τον Έλληνα γιό του Δία και της Πύρρας και έτσι οι απόγονοι του, σαν «διογενείς», έγιναν έθνος ευγενές.
Άλλες παραδόσεις τον ήθελαν γιό του Προμηθέα και αδελφό του Δευκαλίωνα, .
γιό του Δία και της Δωρίππης κ.ο.κ.
Υπάρχει και μια αρχαία παράδοση από τα χρόνια του Ησιόδου, ότι ή Πανδώρα, ή κόρη του Δευκαλίωνα, γέννη­σε από τον ερωτά της με τον Δία τον γενναίο Γραικό. Διάδοχος του Δευκαλίωνα ήταν o ήρωας Έλληνας, ο οποίος ταξίδεψε και έδρασε σε πολλές πόλεις.
Εκτός από τον Έλληνα που αναφέρθηκε πιο πάνω, από τους αρχαίους μνημονεύονταν και ένας άλλος Έλληνας, ο οποίος θεωρούνταν τρισέγγονος του πρώτου.
 Ας το πάρουμε γενεαλογικά. Έλληνας Α΄,  Ξούθος,  Αχαιός,  Φθίας,  Έλληνας Β΄.

Ελλάς – Ετυμολογία
Η λέξη Ελλάς, χάνεται στην ελληνική ιστορική παράδοση. (Ηροδότου Ιστορία ι-56, Η-23, Ζ-95): «της νύν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλούμενης».
Ελλάς = η χώρα που κατοικούν οι Έλληνες.
Ελλάς = η υψηλή και ιερή πέτρα - θρόνος, όπου κατοικεί το θείον.

Η ετυμολογία της λέξεως «Ἑλλὰς» δεν έχει διευκρινιστεί.
  Κατά τον Γ. Κούρτιο έχει σχέση με τα ονόματα «σέλας», «σελήνη», «ἑλάνη (=λαμπάς.
Υπαινίσσεται επίσης πως παράγεται από τη ρίζα του ρήματος  βάλλομαι.
► Κατά τον Wilamowitz είναι συγγενές προς τα «ψελίζω», «σελλίζω», «ἐλλός», «έλλοψ», και τους «Σελλοὺς» ή «Ελλοὺς» της Δωδώνης.
«Ελλοψ» σημαίνει «άφθογγος», οπότε «Έλληνες» είναι αυτοί που μιλάνε μια ακατάληπτη γλώσσα.
► Ίσως η λέξη συγγενεύει με την «Ελλοπία», όπου απαντά ως ονομασία διάφορων ελληνικών χώρων και όπου είναι δυνατόν να παράγεται από τον «έλλα» (λακωνιστί = καθέδρα, καθ’ Ησύχιο, οπότε και Έλληνες είναι οι «αυτόχθονες») ή του «έλος».
Πάντως καμιά από τις προταθείσες ετυμολογίες δεν είναι φανερά πειστική.

Πόθεν
Στα Ομηρικά έπη ο όρος «Ελλάς» σήμαινε απλώς κάποια χώρα που ανήκε στο κράτος του Πηλέα και οικουμένη υπό των Μυρμιδόνων, πατρίδα του Αμύντορα, πατέρα του Φοίνικα (Ι΄ 447 - 448, 478).
Ελλάς = πόλη και περιοχή της Θεσσαλίας, ιδρυθείσα από τον Έλληνα (Ιλιάς, Β' 683)· «οί δ' είχον Φθίην καί Ελλάδα». Ολόκληρη η περιοχή της Θεσσαλίας που την κατοικούσαν οι Έλληνες Μυρμιδόνες - από τα πανάρχαια χρόνια - ονομαζόταν Ελλάς.
► Κατά τον Στράβωνα (Θ΄ 431 - 432), οι μεν πίστευαν ότι η Ομηρική Ελλάδα είναι η Φθία (πρβλ. και Θουκυδίδη Α΄ 3 «τοὺς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ πρῶτοι Ἔλληνες ἦσαν») και αποτελεί το νότιο μέρος της Θεσσαλίας, οι δε ότι ήταν χώρα ή πόλη. Θεωρείται όμως απίθανο να υπήρξε ποτέ πόλη της Ελλάδας που να ονομάζονταν «Ελλὰς».
► Κατά τον Busolt , «η Ομηρική χώρα Ελλάς ήταν από Ενιπέα, του Απιδανού και άλλων παραποτάμων του Πηνειού διαρρεομένη  Θεσσαλιώτιδα».
► Στα νεώτερα χωρία της Οδύσσειας το όνομα «Ἑλλὰς» αποκτά μέγιστη έκταση γιατί σε αυτήν βρίσκουμε «καθ’ ην (ἢ ἀν΄) Ἑλλάδα καὶ μέσον Ἀργος», όπου  «Ελλὰς» καλείται η στερεά Ελλάδα και «Αργος» η Πελοπόννησος.
Οι Έλληνες στα Ομηρικά έπη καλούνται «Δαναοὶ» («φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες») και «Ἀργείοι» και «Ἀχαιοί» και η λέξη «Έλληνες», με την στενή έννοια, σήμαινε τους κατοίκους του κράτους του Πηλέα της Θεσσαλικής Ελλάδος.
Από τους πρώτους συγγραφείς, πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης αναφέρει πως η εξάπλωση του ονόματος Έλληνες προήλθε από τούς κατοίκους της Φθιώτιδας, οι οποίοι από τον καιρό του Ομήρου μνημονεύονταν σαν μία από τις τρεις φυλές του βασιλείου του Αχιλλέα. (Θουκ. Α’ γ΄).
Κατά την αντίληψη του μεγάλου ιστορικού, Έλληνες ονομάστηκαν πρώτα οι σύμμαχοι των Ελλήνων της Φθιώτιδας, η οποία δεν απέχει και πολύ από την αντίληψη των νεώτερων, ότι Έλληνες ονομάστηκαν, πρώτα οι αμφικτιονικοί λαοί της αρχαίας Ελλάδας. 

Σελλοί = οι απόγονοι του Έλλοπος - Πελασγού, του πρώτου κατοίκου της Θεσσαλίας - Περραιβίας. Στην Ιλιάδα, (Π' 233-235): «Ζευ άνα, Δωδωναίε, Πελασγικέ, τηλόθι ναίων, Δωδώνης μεδέων δνσχειμέρον άμφί δέ Σελλοί σοϊ ναίουσ' ύποφήται άνιπτόποδες χαμαιεϋναι». (= Δία βασιλιά, Δωδωναίε, Πελασγικέ, που κάθεσαι μακριά και προστατεύεις τη Δωδώνη με το βαρύ χειμώνα, γύρω δε οι Σελλοί κατοικούν, οι ερμηνευτές των χρησμών σου, που κοιμούνται κατά γης και έχουν άνιπτα πόδια).
Ίσως η ρίζα της λέξης Σελλοί -> Σελληνήεις: οι υπό της Σελήνης - σεληνόφωτος φωτιζόμενοι.
Σελλοί ονομάζονταν οι κάτοικοι της αρχαίας Δωδώνης του Ολύμπου (όπου και το αρχικό Μαντείο πριν από τον κατακλυσμό του Ωγυγου). Ήταν φύλακες του μαντείου του Διός, αναγκασμένοι να διάγουν βίον τραχύ και ασκητικό. Η λέξη Σελλοί συναντάται και ως Έλλοί (δασυνόμενη) δηλ. Έλ-λοι = οι άνθρωποι οι ιεροί που γεννήθηκαν από τους λίθους (λάας), οι Έλληνες ιερείς του Διός.
Ο Πίνδαρος αναφέρει: Ελλοί = αδελφικός τύπος της ίδιας λέξεως και Σελλοί: συγγενές του Έλληνα.
Ο Αριστοφάνης στους "Ιππείς" 1253 αναφέρει: Έλλάνιε Ζεϋ.
► Πρώτος ο Αριστοτέλης μετέθεσε την παλαιότατη Ελλάδα από την Θεσσαλία στην Ήπειρο και κυρίως στην περιοχή της Δωδώνης και του Αχελώου «ο κατακλυσμός περὶ τον ελληνικόν  εγένετο μάλιστα τόπον· και τούτου περὶ την Ελλάδα την αρχαίαν. Αύτη δ’ εστὶν η περὶ Δωδώνην και τον Αχελώον· ούτος γαρ πολλαχού το ρεύμα μεταβέβληκεν· ώκουν γαρ οι Σελλοὶ ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ’ Έλληνες» (Μετεωρ. 352α).
Μάλλον η γνώμη αυτή του Αριστοτέλη κατά την οποία η Ελλάδα βρίσκονταν στην Δωδώνη να πηγάζει από έναν μύθο που διαδόθηκε τον Δ΄ αιώνα π.Χ. από τους Μολοσσούς, στην περιοχή των οποίων βρίσκονταν τότε η Δωδώνη. Ο μύθος αυτός για να εμπεδώσει την ελληνική καταγωγή του βασιλικού οίκου των Μολοσσών, παρίστανε τον Δευκαλίωνα ιδρυτή του ιερού της Δωδώνης. Ο Αριστοτέλης ασπάσθηκε τον μολοσσικό μύθο πρόθυμα, τόσο περισσότερο όσο κατά την Ιλιάδα (Π΄ 233 -235) στην Δωδώνη διαμένουν οι Σελλοί,  των οποίων το όνομα μπορεί να θεωρηθεί ότι συγγενεύει με εκείνο των Ελλήνων. Πάντως η Δωδώνη πρέπει να θεωρηθεί ως μια από τις κοιτίδες του ελληνικού έθνους.
Ο Ησύχιος σχετίζει τη λέξη με την ιερή έδρα του Δία στη Δωδώνη: Έλα, καθέδρα τον Διός εν Δωδώνη.
Τους Φοίνικες, τους πρωτο - έλληνες κατοίκους της Παλαιστίνης που κατάγονταν από την Ήπειρο, τους ονόμαζαν και Σελέαρ.
Η λέξη Πανέλληνες ,που δηλώνει όλο το Ελληνικό γένος, συναντάται πρώτη φορά στον Ησίοδο τον Ζ’ π.Χ. αιώνα (Έργα 528) και στον Αρχίλοχο (απ. 52).
Κατά τις αρχές του ΣΤ΄ αιώνα υπήρχε ο όρος Έλληνες σε κοινή χρήση σημαίνοντας το σύνολο των Ελλήνων εφόσον προτού του 580 είχε επικρατήσει η λέξη «Ἑλλανοδίκαι» που δήλωνε τους κριτές των Ολυμπιακών αγώνων.
Το όνομα «Ἑλλὰς» από την στενή σημασία του Ομήρου επεκτάθηκε και σήμαινε πρώτα την Στερεά Ελλάδα χωρίς όμως την Πελοπόννησο («την Ελλάδα και Πελοπόννησον» Δημοσθ. 19, 303) και την Θεσσαλία και έπειτα όλες τις από Έλληνες κατοικημένες χώρες συμπεριλαμβανομένης και της Πελοποννήσου και ακόμη και της Μ. Ασίας (Ηροδ. 1, 92, Ξενοφ. Αναβ. 6, 5, 23), στην οποία αντιτίθεται «ἡ παρ’ ἡμῖν Ελλάς» (Ξενοφ., Ελλ. 3, 4, 5.)
Κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους μετά την ευρεία εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας στην Ανατολή, «Έλληνες» και «ελληνίζοντες» και «ελληνισταὶ» ονομάζονταν όλοι αυτοί που μιλούσαν ελληνικά.
Ο Ξενοφάνης, ποιη­τής και φιλόσοφος από τον Κολοφώνα της Μ. Ασίας, θεωρεί Έλληνες όλους όσοι μιλούν ελληνικά, χαρακτηρίζοντας ως Ελλάδα μακρι­νές περιοχές, όπως τη Σικελία και τον Εύξεινο Πόντο.
Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού οι λέξεις αυτές σήμαιναν τους Εθνικούς - ειδωλολάτρες και ο «ελληνισμός» σήμαινε τον Εθνισμό και την Ειδωλολατρία.
Στα μέσα του Ε’ αιώνα ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Θεοδώρητος ο Κύρρος ονομάζει τους ιερείς του Βάαλ «ιερείς των Ελλήνων».




Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Ο μύθος του Κρυφού σχολειού



«Την πραγματικότητα δεν την αποδομεί η λήθη, την αποδομεί ο μύθος εκτοπίζοντάς την», γράφει ο Αλέξης Πολίτης. Όμως εμάς τους Έλληνες φαίνεται πως μας αρέσουν οι μύθοι. Μας τρέφουν. Γι αυτό ίσως και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραφε το 1867: «Απαγορεύεται οιωδήποτε η δια ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων, δι’ ων ετράφημεν, εκτός όταν πρόκειται να βασιλεύσει επωφελής τις αλήθεια…» (Α. Πολίτης, «Το μυθολογικό κενό», εκδ. Πόλις).

Η Αρχή
Το 1888 εκτίθεται στην Αθήνα για πρώτη φορά ο πίνακας του Νικόλαου Γύζη (1842-1901) με τίτλο «Ελληνικό Σχολείο εν καιρώ δουλείας», ο οποίος παριστάνει έναν καλόγερο να διδάσκει παιδιά.
Το 1899 ο Ιωάννης Πολέμης (1862-1926) εμπνευσμένος, όπως δήλωσε ο ίδιος, από τον πίνακα του Γύζη, γράφει και δημοσιεύει το πασίγνωστο ποίημά του με τίτλο «ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ»:

«Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά,
πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι
και μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά
(στην εκκλησιά που παίρνει κάθε βράδυ
την όψη του σχολειού),
το φοβισμένο φως του καντηλιού
τρεμάμενο τα ονείρατα αναδεύει
και γύρω τα σκλαβόπουλα μαζεύει».

Το ποίημα αυτό, που προκαλεί τις πιο ευαίσθητες χορδές της ιστορικής μας μνήμης και συνείδησης, που είναι διαμορφωμένη μέσα σε συνθήκες καλλιεργημένης ημιμάθειας, μονόπλευρης ενημέρωσης, με παραποιήσεις και πλαστογραφήσεις της ιστορίας, ένοχες σιωπές, με την απόκρυψη εθνικής σημασίας γεγονότων , απέκτησε γρήγορα μεγάλη δημοσιότητα. Χάρη στη δημοσιότητα αυτή, ο τίτλος αυτού του ποιήματος αντικατέστησε τον αρχικό τίτλο του πίνακα ο οποίος έμεινε γνωστός πια με τον τίτλο «Το Κρυφό Σχολειό», αυτόν του ποιήματος.
 
Μύθος
Στην ελληνική ιστορία, ο όρος «κρυφό σχολειό» αναφέρεται σε σχολεία που υποτίθεται πως λειτουργούσαν κρυφά και υπό καθεστώς απαγόρευσης στις περιοχές όπου κατοικούσαν Έλληνες, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Η ύπαρξη τέτοιων σχολείων δεν έχει επιβεβαιωθεί από ιστορικά στοιχεία και θεωρείται από τους περισσότερους ιστορικούς πως ανήκουν στη σφαίρα του μύθου αποτελώντας μέχρι σήμερα στοιχείο της λαϊκής παράδοσης.
Κανένας έγκυρος ιστορικός, ούτε ο Παπαρρηγόπουλος, που αφιερώνει στην εποχή της τουρκοκρατίας τους δύο από τους εννέα τόμους της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», ούτε ο Σάθας, εις την «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα» του, ούτε και η νεώτερη δεκατετράτομη «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, κάνουν οποιαδήποτε μνεία περί κρυφού σχολειού. Στο τελευταίο μάλιστα σύγγραμμα και συγκεκριμένα στον 10ο τόμο και στη σελίδα 366, οι συντάκτες του σχετικού κεφαλαίου Γ. Ζώρας και Α. Αγγέλου (καθηγητές πανεπιστημίου αμφότεροι), είναι κατηγορηματικοί: «Κρυφό σχολειό δεν υπήρξε, πρόκειται για μύθο», υποστηρίζουν.
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης (1867 – 1945) λογοτέχνης, ιστοριοδίφης, ιστορικός ερευνητής, που ζωντάνεψε το 1821 και μας το παρουσίασε με αποκαλυπτική μορφή, που ίδρυσε και οργάνωσε τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, όπου ταξινόμησε πολλά ντοκουμέντα του απελευθερωτικού αγώνα και τιμήθηκε το 1923 με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων, ασχολήθηκε και με το «κρυφό σχολειό» και έγραψε μελέτες του γι’ αυτό.
Σε μελέτημά του για το «πολυφημισμένο κρυφό σχολειό», όπως το αποκαλεί, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία» στις 15.7.1945, αναφέρει:
«Ανάμεσα σε όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω… δεν είδα καμία ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολειού… μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σχολειά που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίποτε που να κάνει λόγο για το σχολειό…
Έρχεται λοιπόν η απορία πρώτα, πώς του κρυφού σχολειού τα μαθητούδια, που νύχτα πηγαίνανε στο σχολειό… κι αυτό θα βρισκόταν έξω από το χωριό, λοιπόν σε μοναστήρι είτε σε ρημοκλήσι, πώς τ’ ανήσυχα παιδιά, όλο φωνές και γέλια και τραγούδια στο δρόμο τους θα ξέφευγαν την προσοχή των Τούρκων… αλλά νύχτα στην ερημιά ήτανε και λύκοι… Τάχα τα παιδιά παίρνανε στο δρόμο τους κανένα φύλακα μισθωτό του χωριού…
Όλο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο κτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός μ’ ένα λόγο μοναχά. Ποτέ ο Τούρκος ο αγράμματος δεν μπόδισε το χριστιανό γράμματα να μαθαίνει…».
Ο Μανουήλ Γεδεών, λαμπρός μελετητής της κατάστασης της παιδείας επί τουρκοκρατίας σημείωνε: «Μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνων εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζίρην ή αγιάννην ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν ή οικοδομήν».
Ο Άλκης Αγγέλου, που συνόψισε τις επισημάνσεις του Βλαχογιάννη και του Μανουήλ Γεδεών, αναφέρει συνοπτικά τη συλλογιστική που οδηγεί στο ότι το κρυφό σχολειό, ως διωκόμενος θεσμός, που τον συντηρούσε κρυφά η Εκκλησία, είναι θρύλος, με τα ακόλουθα:
α) Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία δίωξης κρυφών σχολείων ή των φορέων τους από τουρκικές αρχές.  
β) Ο κατακτητής δεν καταδίωκε τα φανερά σχολεία ούτε ενδιαφερόταν γι’ αυτά, αξιοποιούσε όμως τους γραμματισμένους στο διοικητικό μηχανισμό του κράτους (Φαναριώτες).
γ) Στις σχέσεις του με τους ραγιάδες ο κατακτητής αρκούνταν σε δύο όρους: Ι) υποταγή, όπου τον βοηθούσε η παρέμβαση της Εκκλησίας, που κήρυχνε – ως ανάγκη προσαρμογής – υποταγή στην «κραταιά βασιλεία του Σουλτάνου» και 2) κανονική πληρωμή των φόρων, που γι” αυτούς φρόντιζαν οι πρόκριτοι, οι κοινότητες.
δ) Πολυάριθμα ελληνικά σχολεία – συντηρούμενα από την εκκλησία ή από τις κοινότητες – λειτουργούσαν ελεύθερα στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο, π.χ. στα Γιάννενα, στο Μεσολόγγι, στη Δημητσάνα, στις Μηλιές, στον Τύρναβο, στην Κοζάνη, στη Σμύρνη, στα νησιά του Αιγαίου και αλλού.
(Σημείωση: Μόνο στα Γιάννινα, από το 1647 ως το 1805 ιδρύθηκαν και λειτούργησαν πέντε τουλάχιστον ονομαστές σχολές!)
Ο Κ.Θ. Δημαράς χαρακτήριζε «εθνική ανακρίβεια» την καλλιέργεια της μυθολογίας σε ποικίλα ιστορικά θέματα, πρόκειται για μια τάση, εξηγούσε, να χρησιμοποιούνται «ιστορικές ανακρίβειες με πρόθεση αγαθή και εθνική, με την ιδέα να καταστήσουν πιο ωραία και γοητευτική την εθνική μας ιστορία»
( «Η Αυγή», 22-3-1998).
Ο έγκριτος δημοσιογράφος Π. Μπουκάλας γράφει στην «Καθημερινή», 22-3-1998: «…οι ιστορικοί βασιζόμενοι στα υπάρχοντα στοιχεία, πιστεύουν ότι ουδέποτε υπήρξε «Κρυφό σχολειό», διότι ουδέποτε χρειάστηκε να υπάρξει κι άλλωστε ο χρόνος και η ιστορική έρευνα καμία υπέρ αυτού μας παρέδωσαν έγκυρη μαρτυρία. Η υπόθεση του «Κρυφού σχολειού» είναι από κείνες που φανερώνουν πως η μυθολόγηση επιβάλλεται στην ιστόρηση, πως η αναδρομική εξιδανίκευση παράγει κοινούς τόπους τόσο γερά ριζωμένους και τόσο μαζικά αποδεκτούς ώστε να μετατρέπονται σε ταμπού, οπότε η άρνησή τους κατακρίνεται σχεδόν σαν προδοσία».
Ο Νεόφυτος Βάμβας  λίγο πριν την Επανάσταση του ’21 διαπίστωνε «Είτε από αδιαφορία είτε ως αρχή η Υψηλή Πύλη δεν αντιτάχτηκε καθόλου στην πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας…».
Ο Λίνος Πολίτης στο λόγο που εκφώνησε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στις 25-3-1956 μεταξύ άλλων είπε: «…ίσως ο ρομαντικός εραστής των γλυκερών ιστορικών φαντασιώσεων να απογοητευτεί όταν μάθει πως το περίφημο «Κρυφό σχολειό» της τουρκοκρατίας είναι απλούστατα ένα ιστορικό ψέμα» ( οι παραπάνω μαρτυρίες από το δοκίμιο του Άλκη Αγγέλου «Το Κρυφό σχολειό-Το χρονικό ενός μύθου», εκδ. Εστία).
«Από την επιστήμη λοιπόν, στα δύο μεγαλύτερα συλλογικά έργα της νεότερης ιστοριογραφίας, την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών και τη νεότερη Ιστορία του Νέου Ελληνισμού αμφισβητείται η αυθεντικότητα του «Κρυφού σχολειού»…
Πρόκειται για βασικό μύθο που κλήθηκε ή στήθηκε για να τεκμηριώσει τον εθνοσωτήριο ρόλο του κλήρου στα χρόνια της τουρκοκρατίας» (Γιάννης Η. Χάρης, εφημ. «ΤΑ ΝΕΑ», 20-21/3/04).

Πώς όμως δημιουργήθηκε ο σχετικός μύθος;
Τον πρώτον αιώνα μετά το πάρσιμο της Πόλης, οι υπόδουλοι Χριστιανοί, που αποτελούσαν το Ρουμ Μιλέτ (το γένος των Ρωμαίων), πέρασαν από ένα στάδιο πνευματικού και εκπαιδευτικού μουδιάσματος. Οι μεγάλοι δάσκαλοι είχαν φύγει στη Δύση. Καινούργια σχολεία δεν ιδρύθηκαν. Ο αναλφαβητισμός του χριστιανικού πληθυσμού αυξήθηκε κατακόρυφα.
Η Εκκλησία όμως, για να λειτουργήσει, είχε ανάγκη από ιερείς, που έπρεπε να ξέρουν στοιχειωδώς να διαβάζουν τα ιερά βιβλία. Έτσι λειτούργησαν μέσα στους ναούς εκκλησιαστικά σχολεία, που κατάρτιζαν στοιχειωδώς τους μέλλοντες κληρικούς. Ανεξάρτητα όμως από αυτά τα εκκλησιαστικά φροντιστήρια, σε ορισμένες πόλεις με πρώτη την Αδριανούπολη, εξακολούθησαν να υπάρχουν και να λειτουργούνε σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Φυσικά η ποιότητα της εκπαίδευσης αυτής ήταν πολύ χαμηλή και οι περισσότεροι μαθητές μάθαιναν μόνο να διαβάζουν και να γράφουν. Ιδιαίτερα σχολικά κτίρια ήταν σπάνια ή μικρής χωρητικότητας. Πολύ συχνά οι μαθητές μαζεύονταν στο νάρθηκα των εκκλησιών. Δεν υπήρχαν επίσης διδακτικά βιβλία. Για τη στοιχειώδη εκπαίδευση χρησιμοποιούσαν εκκλησιαστικά βοηθήματα: την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι ή τη Σύνοψη.
Ίσως εδώ να βρίσκεται ο ιστορικός πυρήνας του μύθου για το κρυφό σχολειό.
Πιθανότατα οι αιτίες που τον γέννησαν είναι δύο. Η πρώτη είναι να καταδειχτεί η βαρβαρότητα και ο φωτοσβεστικός ρόλος των Τούρκων κατακτητών και ο δεύτερος να αναδειχτεί ο ρόλος της Εκκλησίας στην πνευματική αναγέννηση του έθνους.
Ο θρύλος του κρυφού σχολειού πλάστηκε, καλλιεργήθηκε και διατηρείται μέχρι σήμερα από θρησκευτικές σκοπιμότητες, για να καλυφθεί η αντιδραστική και ζημιογόνα θέση της Εκκλησίας στην Παιδεία και επιπλέον να περιβληθεί με τη δόξα του φωτισμού του γένους, γιατί, όπως ισχυρίζεται, με το κρυφό σχολειό διέσωσε την ελληνομάθεια των Ελληνοπαίδων και διατήρησε την εθνική και γλωσσική ταυτότητα των υποδούλων.
Πού είναι όμως τα ιστορικά τεκμήρια;
Η Εκκλησία, που προβάλλεται και διεκδικεί την τιμή και τη δόξα της ίδρυσης, της συντήρησης και λειτουργίας του λεγόμενου «κρυφού σχολειού», με τόση εξουσιαστική εμπειρία από τα βυζαντινά χρόνια και στα κατοπινά, σε καμιά περίπτωση δε θα αδιαφορούσε για την προμήθεια και διατήρηση τέτοιων τεκμηρίων αν υπήρχαν.

Πηγές:
Άλκης Αγγέλου, Κρυφό σχολειό, Το χρονικό ενός μύθου, εκδ. Εστία 1997
Αλέξης Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, εκδ. Πόλις 2000
Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1821- 1909, εκδ. Αφοι Τολίδη
Φ.Κ. Βώρος, ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ τ. 2, Χειμώνας 1985-86
Γιάννης Χάρης, Εθνική παλιγγενεσία και εθνική μυθολογία, ΤΑ ΝΕΑ 20-3-2004
Παντελής Μπουκάλας, Πόση και ποια ιστορία, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22-3-1998
Β. Κρεμμυδάς, Ο φόβος για την ιστορική αλήθεια, ΤΑ ΝΕΑ 22-3-05 και 19-4-2005



Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Μπόλιασμα δένδρων



 Από τα σημαντικότερα βήματα που έκανε ο άνθρωπος από την εμφάνισή του πάνω στη γη και καθόρισαν την πορεία του, βελτιώνοντας θεαματικά τη ζωή του, είναι η εξημέρωση των «άγριων». Και ζώων και δέντρων!
Σε ότι αφορά στον εμβολιασμό των φυτών, είναι μια τέχνη που δεν την κατέχουν και πολλοί στους καιρούς μας. Η απομάκρυνση των ανθρώπων από τη φύση και τις αληθινές λειτουργίες της, μας «φτώχυνε» σε γνώσεις.
Θα σας μεταφέρω από το «Γεωπονικόν»  του Αγάπιου μοναχού του Κρητός τρόπους κεντρωμάτων και άλλες συμβουλές για το θέμα. Δεν άλλαξα τίποτα πέρα από τον χωρισμό ενωμένων λέξεων και κάποιες υπογραμμίσεις που έκανα..

Δια τας ελαίας πως και πότε κεντρώνονται
Όσα κλαρία έχουσι την φλούδα χοντρήν και ζουμερήν, αυτά κεντρώνονται εις την φλούδα και όσα την έχουσι λεπτήν και άνυδρον, αυτά εις το ξύλον μόνον κεντρώνονται. Από τας κβ΄ του Μαρτίου, έως όλον τον Απρίλιον και απάνω εις αυτά τα κεντρώματα του ξύλου χύνε νερό πολλάκις, να μη ξηρανθούν

Περί κεντρισμών πως και πότε να γίνονται,
ερμηνεία ωφέλιμος
Τρεις τρόποι είναι οπού κεντρίζονται όλα τα δέντρα και ημερώνονται. Ο πρώτος καθολικά λέγεται εγκεντρισμός, ο δεύτερος εμφλοισμός και ο τρίτος ενοφθαλμισμός.
Όσα δένδρα λοιπόν έχουσι την φλούδα παχέα και ζουμερήν, ωσάν η συκία, η κερασία και μερικαίς ελαίαις, αυτά εις την φλούδα κεντρώνονται. Αμή θέλουν επιδέξια ήγουν πρότερα έχε ένα ξύλον πελεκημένον ωσάν παλούκι μικρόν από δυνατόν ξύλον και αυτό βάνε εις την φλούδα από ολίγον εις ολίγον με πολλήν επιμέλειαν να μη σχιστή. Έπειτα έχεις το κεντρί έτοιμον και ως βγάλεις το γύλον, βάνεις το κέντρι και ούτος ο τρόπος λέγεται εμφλοισμός. Τα δε δένδρα οπού δεν έχουν εις την φλούδα υγρότητα αλλά είναι λεπτή και άνυδρος, ωσαν η κυτρία, το κλήμα και άλλα όμοια, αυτά σχίζε εις το ξύλον και βάλε το φυτόν. Αυτός ο τρόπος λέγεται εγκεντρισμός το δε φυτόν ήγουν το κέντρι όπου θέλεις να βάλης έπερνε από δένδρον καλόν και πολύκαρπον και κόπτε το ίσον από το βόρειον μέρος του δένδρου, να έχει απαλά ομμάτια και τρείς κορυφάς, ή δύο το ολιγώτερον και ας είναι χοντρόν ως το μικρό σου δάκτυλον και δίχρονον. Ότι εάν είναι μονόχρονον, γίνεται ογλήγορα αμή δεν καρπίζει και έχε το καλά πελεκημένον, με κοπτερόν μαχαίριον εις το κάτω μέρος από την μίαν μερέαν λεπτά, ως την κάλαμον όπου γράφομεν και φυλάγου να μη βλαβή η ψύχα και βάλε το ίσια την φλούδα προς την φλούδα και το ξύλον προς το ξύλον και ας είναι το κόψιμον του φυτού ίσα με το σχίσμα ήγουν όσον να είναι δύο δάκτυλα και αφού το κεντρώσεις, μη κόψης πλέον από το δένδρον τίποτας, μόνον σκέπασέ το καλά εις το κόψιμον με άσπρον πηλόν να μη σκάση. Ου μόνον δε τα άγρια και μεγάλα δένδρα κεντρώνουσιν αλλά και εις τα ήμερα φυτά και γίνονται χονδρότερα και καλλίτερα. Γίνωσκε δε ακριβώς και τούτο, ως πάντων αναγκαιώτερον ότι δεν προκόπτουσι τα κέντρια να τα βάλης την ώραν οπού τα κόψης από το δένδρον αλλά πρότερον ημέρας δέκα τα κόψαι εις τας δεκάξη του φεγγαρίου και ας είναι σφαλισμένα των φυτών τα ομμάτια δια να βλαστήσουν ογλήγορα. Και όταν τα κόψης από το δένδρον βάλετα εις ένα σταμνί ή άλλον αγγείον πήλινον, να μην έχει νερόν, μόνο σκέπασέ το καλά, να μην ξεθυμαίνουν και εις τας κστ΄ ή κζ΄ του φεγγαρίου τότε τα κέντρισε να γένουν περίσσα τα δένδρα κάρπιμα. Ότι οι πατέρες του Αγίου Όρους με την πολλήν τους πράξιν αυτό εκατάλαβαν και με εβεβαίωσαν ότι όσα δένδρα φυτευτούσιν ή κεντρισθούσιν εις τας κζ΄ της σελήνης γίνουνται καταπολλά κάρπιμα η δε αιτία οπού είπαμεν να μη κεντρισθούν ευθύς όπου τα κόψεις από το δένδρον είναι αυτή. Αφού σχίσης την φλούδα ή το ξύλον και βάλης το κέντρι στεγνώνει καμπόσον όταν είναι έγκαιρον. Και γίνεται ολίγη αραίωσις και κούφωμα ανάμεσον στις δύο και εισερχόμενος ο αέρας εις τον άδειον τόπον, δεν τα αφήνει να σμίξουν εύκολα. Αμή όταν είναι τα φυτά κομμένα προτήτερα ως άνωθεν είπομεν στεγνώνουσι καμπόσον όσον έμελλε να πάθουν με το κέντρισμα και τότε δεν βλάπτονται, αλλά προκόπτουν αναμφιβόλως και ασφαλέστατα. Αμη όταν είναι βορέας μη κεντρώσεις αλλά όταν φυσά ο νόνος. Εις μεν το κέντρωμα τα ξύλα ωφελά η βροχή αμη εις την φλούδαν κάμνει ζημίαν. Ο δε καιρός του κεντρισμού είναι από τας Ιε΄του Μαρτίου εως τας Ιε΄ Ιουνίου και πάλιν όχι ίσια εις όλους τους χρόνους και τόπους αλλά κατά τον καιρόν και την χώραν οπού ευρίσκεσαι. Ότι άλλον χρόνον είναι ο καιρός πρώιμος και άλλον όψιμος, και εις άλλας χώρας είναι καύσις πολλή και πρέπει να κεντρίσης προτήτερα όταν δακρύζη το κλήμα και τα άλλα φυτά και εις άλλους τόπους πάλιν ψυχρούς εάν αργίσεις δε βλάπτει τίποτας. Εάν δε τύχη και θέλεις να φέρης τα φυτά από μακριώ τόπον, βάλετα εις αγγείον εμπηγμένα εις τον πηλόν και χρίσαιτο από πάνω καλά να μη ξεθυμάνουσιν.

Ποια ήμερα δέντρα κεντρώνονται με άλλα
στην φλούδα και στο ξύλο τους
Η συκία κεντρώνεται εις την συκαμινίαν και εις τον πλάτανον.
Η συκαμινία εις καστανίαν και βελανιδίαν.
Η απιδία εις ρογδίαν, εις συκαμινίαν, εις αμυγδαλίαν, και κουκορεβυθίαν. Και όταν κεντρώσεις την απιδίαν  εις το συκάμινον γίνονται τα απίδια κόκκινα.
Η μηλία κεντρώνεται εις κυδωνίαν και γίνονται τα μήλα πολλά καλά, εκείνα όπου λέγονται εις τας Αθήνας μελίμηλα.
Ακόμη και εισέ δαμασκηνίαν και η δαμασκηνία εις απιδίαν και εις πλάτανον εις τον οποόιον επίσης γίνονται τα μήλα κόκκινα.
Η καρέα και η λεπτοκαρέα κεντρώνονται εις κουμαρέαν, η τριανταφυλλία εις ετέαν.
Η ροδακινία εις την φλούδαν της δαμασκηνίας και της αμυγδαλέας, η δαμασκηνία εις μηλίαν και κυδωνίαν,  η κερασέα εις κουκορεβυθίαν.
Η ροδακινία οπού κάμνει τα κλειστά ροδάκινα εις την κερασίαν, η η κυτρία εις άλλην κυτρίαν και εις μηλίαν και κάμνει κυτρόμηλα και εις συκάμινον και κάμνει κύτρα κόκκνα  και εις ρογδίαν.
Η κυδωνία και αγριοσυκία κάθε δέντρον δέχονται και κέντρωνε εις αυτάς είτι θέλεις και γίνεται.
Η μοσχοαπιδία κεντρώνεται εις μηλίαν.
Το δε κλήμα κεντρώνεται εις την κερασίαν και κάμνει τα σταφύλια τον Μάιον, όταν είναι και τα κεράσια


Πότε και πώς να κεντρώνεις εις το ομμάτι

Τον Μάιο μήνα είναι καλά να κεντρώνεις εις το ομμάτι. Εγώ δε και τον Μάρτιον εκέντρισα και επέτυχα. Κάμνει χρεία ήγουν να καθαρίσεις καλά το δέντρον εκείνο όπου κεντρώνεις εις το ομμάτι, να κόψεις όλα τα κολόριζα να μην εμποδίζουν, ομοίως και όσα βλαστάρια βγάλει από το θυλίασμα και επάνω να τα κόψεις. Το δε κεντρί ας είναι από βλαστάρι χρονιάρικον από καλήν γενεάν και εύκαρπον και από αυτό έβγαλε το ομμάτι ολόγυραόλην την φλούδα και από το άγριον ομοίως ξάμοσαι και κόψε τόσην φλούδα όση είναι η ήμερη οπου θέλεις να βάλεις. Αμη πρόσεχε να την ξεκολλήσεις πιδέξια να μη πληγώσεις το ξύλον και να πιάσει το ήμερον ομμάτι απάνω εις το άγριον ότι τούτο είναι πολλά χρειαζόμενον διατί τότε πιάνει άσφαλτα. Και ας είναι και οι δύο φλούδες ίσια εις το πάχος και όμοιες. Και όταν πιάσει το κέντρωμα εύγαλε τα δέματα και κόπτε όσα άλλα βλαστάρια φυτρώσουν από το άγριον το οποίον κόψε με πριόνι πιδέξια από πάνω του κεντρίσματος να σπαταλήση το ήμερον.

Πως να κεντρώνεις τα κλήματα

Όταν θέλεις να μπολιάσεις, διάλεγε τα κλήματα καθώς είπομεν άνωθεν και έπαιρνέ τα από το μέρος της ανατολής της κουρμούλας να είναι ολίγωσις και να είναι πυκνά τα ομμάτια τους. Οτι εκείνα όπου έχουσιν αρέα όμματα δεν προκόπτουσι και πάλιν εκείνα τα προκομμένα όπου πάρεις έως το έβδομον ομμάτι μόνον έχουσι καρπόν αμή από εκεί εώς την κορυφήν είναι άκαρπα. Εκείνο δε το κλήμα όπου θέλεις να μπολιάσεις κόψε το τρεις ημέρες προτήτερα ή τέσσαρες, όσο μπορείς χαμηλά, διά να εύγη καμπόση από την πολλήν του υγρότητα, να μη πνίξει το μπόλι με το άμετρον δάκρυον.
Έπειτα το σχίσε πιδέξια όσον μπόλι βάνεις και ας είναι δύο τα κέντρια και έχε τα πελεκημένα από το έσωθεν μέρος λεπτότερα. Και όταν τα βάλεις φλούδα με φλούδα, έχε κρέδα, ήγουν παχύ χώμα λάσπην να σκεπάζεις ταις κομάδες καλά, να μη βραχούσι και τύλιξε σφιχτά και δέσε τα με λινάρι ή σπάγον ή άλλο όπου να δένει πιδέξια.

Έτερος τρόπος κεντρίσματος να κάμεις παρδαλά σταφύλια

Σχίσε εις την μέσην δύο κλήματα με τρόπον όπου να μη βλάψεις τα ομμάτια αλλά να μείνουσιν ολόγερα και σμίξον αντάμα αυτά τα δυο σχισμένα κλήματα να γένουν ένα και δέσε τα καλά από τα ομμάτια και κάτω να μην εγγίξει εις αυτά ο σπάγος να τα τυφλώσει. Και ας είναι μακρά τα κλήματα να τα χώσεις έως εκεί όπου τα έχεις εσμιγμένα. Και όταν γίνουν δυο χρονών να ριζώσουν κόψε τα κλήματα όπου κάμουν φύτευσέτα να κάμουσι παρδαλά σταφύλια άσπρον και μαύρον κατά ταις μάναις όπου εφύτευσες πρότερον.

Πηγή: Γεωπονικόν - Αγάπιου μοναχού του Κρητός

11/3/2013

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Το Παλίμψηστο του Αρχιμήδη



Στις 28 Οκτωβρίου του 1998, ένας ανώνυμος συλλέκτης αγόρασε, σε δημοπρασία στη Νέα Υόρκη για 2.000.000 δολάρια, το Παλίμψηστο του Αρχιμήδη.
Τι σημαίνει παλίμψηστο; Μια διαδικασία ανακύκλωσης μιας περγαμηνής στην οποία περιέχονται κείμενα.
Η περγαμηνή με τα κείμενα του Αρχιμήδη κρύβει πίσω της μία απίστευτη περιπέτεια. Το 10ο αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη, ένας ανώνυμος γραφέας αντέγραψε πραγματεία του Αρχιμήδη πάνω σε περγαμηνή, κρατώντας τα ελληνικά του πρωτοτύπου. Το 13ο αιώνα, ένας μοναχός έσβησε το κείμενο του Αρχιμήδη, έκοψε τις σελίδες, περιέστρεψε τα φύλλα κατά 90 μοίρες και τα δίπλωσε στη μέση. Η περγαμηνή στη συνέχεια «ανακυκλώθηκε» μαζί με περγαμηνές από άλλα βιβλία, για να δημιουργηθεί ένα προσευχητάριο.

Ιστορικό
Η ανακάλυψη του χειρογράφου έχει περιπετειώδη ιστορία. Πρώτος ανέφερε την ύπαρξή του ο ιστοριοδίφης Αθανάσιος Παπαδόπουλος - Κεραμεύς το 1899. Το παλίμψηστο ανήκε στη Βιβλιοθήκη του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη και είχε μεταφερθεί εκεί από τη Σκήτη του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη. Ο μεγάλος αναζητητής χειρογράφων Κονσταντίν φον Τίσεντορφ, που ανακάλυψε τον Σιναϊτικό Κώδικα, επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη το 1846 και είδε το χειρόγραφο αλλά δεν αναγνώρισε το περιεχόμενό του. Απέσπασε μόνο ένα δίφυλλο, το οποίο κατέληξε στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ (Ms. Add. 1879.23). Ούτε και ο Παπαδόπουλος-Κεραμεύς μπόρεσε να το διαβάσει, κατάλαβε όμως ότι πρόκειται για κάποιο σημαντικό μαθηματικό έργο. Η είδηση έφτασε στον Δανό φιλόλογο Γιόχαν Χάιμπεργκ (Johan Ludwig Heiberg), ο οποίος εξέδιδε τα έργα του Αρχιμήδη. Ο Χάιμπεργκ, παρά την προχωρημένη του ηλικία, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1906 για να δει τον κώδικα. Από τη μελέτη του προέκυψε ότι ο κώδικας περιείχε έναν αριθμό έργων του Αρχιμήδη γνωστών από άλλα χειρόγραφα, και μαζί με αυτά την επιστολή με τον τίτλο Περί των μηχανικών θεωρημάτων προς Ερατοσθένη έφοδος (ή απλά Μέθοδος), η οποία δεν διασώζεται σε κανένα άλλο χειρόγραφο και της οποίας την ύπαρξη ο επιστημονικός κόσμος γνώριζε μόνο από μια απλή αναφορά στη βυζαντινή εγκυκλοπαίδεια Σούδα.
Στις ταραγμένες συνθήκες στη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το παλίμψηστο ξέφυγε από την κατοχή της Βιβλιοθήκης του Μετοχίου και εξαφανίστηκε, μέχρι που το 1998 βρέθηκε να πωλείται σε πλειστηριασμό του οίκου Christie's στην Νέα Υόρκη. Όταν έγινε γνωστή η είδηση στην Ελλάδα, υπήρξε κινητοποίηση από το Υπουργείο Πολιτισμού και από πνευματικά ιδρύματα της χώρας για να συγκεντρωθεί το απαιτούμενο ποσόν. Παράλληλα όμως το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων κινήθηκε δικαστικά, ζητώντας να του αποδοθεί ο κώδικας, με την αιτιολογία ότι είχε κλαπεί στη δεκαετία του '20. Η δικαστική απόφαση δικαίωσε τον ιδιώτη ιδιοκτήτη Robert Guersan, κληρονόμο ενός κάποιου Marie Louis Sirieix, που είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα και την Τουρκία στη δεκαετία του 1920 και είχε πεθάνει το 1956. Τελικά ο κώδικας άλλαξε χέρια για δύο εκατομμύρια δολάρια και περιήλθε σε κάποιον ανώνυμο συλλέκτη, ο οποίος το παρέδωσε στο Walters Art Museum της Βαλτιμόρης για συντήρηση, ψηφιοποίηση και μελέτη.

 
 Τεχνολογία
Όταν το Μουσείο Walters παρέλαβε το χειρόγραφο, πολλοί πίστευαν ότι δεν μπορούσε να ανακτηθεί τίποτε από αυτό. «Ήταν σε φρικτή κατάσταση, έχοντας το βάρος των χιλίων χρόνων του, των μετακινήσεων και της κακής χρήσης», δήλωσε ο διευθυντής του πρότζεκτ «Αρχιμήδης» και επιμελητής χειρογράφων και σπάνιων βιβλίων του Walters, Γουίλ Νόελ.
Τέσσερα χρόνια χρειάστηκαν οι συντηρητές για να διαλύσουν το βιβλίο, λόγω της εύθραυστης κατάστασης της περγαμηνής, που είχε καταστραφεί από μούχλα, ενώ κάποια σημεία είχαν σκεπαστεί με σύγχρονη συνθετική κόλλα! «Κατέγραψα τα πάντα και έσωσα ακόμη και τα πιο μικροσκοπικά κομμάτια του χειρογράφου, φλούδες χρώματος, νήματα, σταθεροποίησα τη μελάνη με ζελατίνη, έκανα αμέτρητες επιδιορθώσεις με γιαπωνέζικο χαρτί», εξηγεί η Αμπιγκέιλ Κουάντ, επικεφαλής του τμήματος συντήρησης χειρογράφων του αμερικανικού μουσείου.
Το 2000, μια ομάδα ερευνητών άρχισε την ανάκτηση των σβησμένων κειμένων. Χρησιμοποίησαν τεχνικές απεικόνισης σε διαφορετικά μήκη κύματος του υπέρυθρου, ορατού και υπεριώδους φωτός (πολυφασματική απεικόνιση). Χάρη σε διαφορετικές μεθόδους ψηφιακής επεξεργασίας, το κείμενο αποκαλύφθηκε στα μάτια των ερευνητών με τρόπο που κανείς δεν το είχε δει για χίλια χρόνια. Ένα μέρος του βιβλίου που είχε σκεπαστεί με ρύπους διαβάστηκε με ακτίνες Χ στο εργαστήριο Stanford Synchrotron Radiation Lightsource (SSRL).
Το σημαντικότερο επιστημονικό χειρόγραφο που πουλήθηκε ποτέ σε δημοπρασία, αποκαλύπτει 13 χρόνια αργότερα, χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία και την αφοσίωση των ερευνητών ενός αμερικανικού μουσείου, τα μυστικά της μεγαλύτερης μαθηματικής ιδιοφυΐας του αρχαίου κόσμου.
Αποδεικνύει ότι ο Αρχιμήδης ανακάλυψε τα μαθηματικά του απείρου, τη μαθηματική φυσική και τη συνδυαστική - κλάδος των μαθηματικών που χρησιμοποιείται στην πληροφορική.

Το απόλυτο άπειρο
Ο Αρχιμήδης, στην πραγματεία του «Περί μεθόδου των θεωρημάτων μηχανικής» ασχολείται με την έννοια του απόλυτου απείρου και το Παλίμψηστο περιέχει το μόνο σωζόμενο αντίγραφο του σημαντικού συγγράμματος. Ο αρχαίος Έλληνας μαθηματικός ισχυρίζεται ότι δύο διαφορετικά σύνολα γραμμών είναι ίσα σε πλήθος, αν και είναι σαφώς κατανοητό ότι είναι άπειρα. Η προσέγγιση αυτή είναι όμοια με έργα του 16ου και του 17ου αιώνα, που οδήγησαν στην επινόηση του λογισμού.
Επίσης, μόνο στο Παλίμψηστο βρέθηκε το «Στομάχιον» του Αρχιμήδη, η αρχαιότερη πραγματεία περί συνδυαστικής.
Θεωρείται ότι ο Αρχιμήδης προσπαθούσε να ανακαλύψει με πόσους τρόπους θα μπορούσε να συνδυάζει 14 τμήματα και να κάνει ένα τέλειο τετράγωνο. Η απάντηση είναι : 17.152 συνδυασμούς. Η συνδυαστική θεωρείται ζωτικής σημασίας στην πληροφορική.

Στα κείμενά του ο Αρχιμήδης, μεταξύ άλλων υπολογίζει το κέντρο βάρους μιας συμπαγούς σφαίρας και ενός παραβολοειδούς, μεγέθη που σήμερα υπολογίζουμε με τη χρήση ολοκληρωμάτων. Εκτός αυτού υπολόγισε το εμβαδόν της επιφάνειας που σχηματίζεται από μια παραβολή και μια τέμνουσα της παραβολής.
Ο υπολογισμός του εμβαδού επιφανειών ήταν θέμα εργασιών από την αρχαιότητα. Τον 5ο αιώνα π.Χ. ο Εύδοξος είχε αναπτύξει την μέθοδο της εξάντλησης σύμφωνα με τις ιδέες του Αντιφώντα. Κατά την μέθοδο αυτή, υποδιαιρούμε ένα σώμα σε πολύγωνα για να υπολογίσουμε το εμβαδόν του. Ο Εύδοξος ήδη είχε υπολογίσει το εμβαδόν ορισμένων πολύγωνων. Ο Αρχιμήδης βελτίωσε την μέθοδο αυτή και κατάφερε να υπολογίσει το εμβαδόν της παραβολής και υπολόγισε ότι ο αριθμός π είναι μια προσέγγιση που βρίσκεται μεταξύ  3+ 10/70 και 3+ 10/71

Εκτός από τα έργα του Αρχιμήδη, στο Παλίμψηστο βρέθηκαν επίσης κρυμμένα ένα σχόλιο πάνω στις «Κατηγορίες» του Αριστοτέλη, καθώς και κείμενα του Υπερείδη, Αθηναίου ρήτορα του «χρυσού αιώνα».
 Όταν το Παλίμψηστο οδηγήθηκε στο SSRL, αποκαλύφθηκε στην πρώτη σελίδα και η ταυτότητα του γραφέα , που έσβησε τα γραπτά του Αρχιμήδη. Το όνομά του ήταν Ιωάννης Μύρωνας και τελείωσε τη μεταγραφή των προσευχών στις 14 Απριλίου 1229, στην Ιερουσαλήμ !
         

Πόσα άραγε αρχαία κείμενα δεν κατεστράφησαν, ηθελημένα ή αθέλητα, από αδαείς ανθρώπους! Πόσα μνημειώδη γραπτά και έργα των αρχαίων προγόνων μας δεν εξαφανίστηκαν, από ένα απίστευτο φονταμενταλισμό, στο όνομα της μοναδικότητας της θρησκείας μας!  

Πηγή: Χ. Νάνου,  Εφημερίδα Αγγελιοφόρος
http://el.wikipedia.org

3/3/2013