Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

20 ΑΙΩΝΕΣ ΥΠΗΚΟΟΙ



 Ακόμη τούτη η Άνοιξη
Ραγιάδες ,  ραγιάδες …

Βρίσκομαι σε πλήρη σύγχυση!  Θα μου φύγει το τσερβέλο από τη θέση του, αν υπάρχει ακόμη πάνω από τον ώμο μου!
Από μικρό με μάθαιναν γονείς και δάσκαλοι να είμαι υπερήφανος για την καταγωγή μου την ελληνική, μεγάλωσα με την περηφάνια ότι είμαι έλληνας! Λαός υπερήφανος, λαός αδέσμευτος, λαός μη υποταγμένος, λαός δημιουργικός, λαός «επαναστάτης». Η αρχαία ημών δόξα, η επανάσταση του 21, οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο πρώτος παγκόσμιος, το έπος του 40, η αντίσταση στη χούντα, το Πολυτεχνείο  κ.λ.π
Παράλληλα ο Εφιάλτης, ο Πήλιος Γούσης, οι κοτζαμπάσηδες, οι Χίτες και οι ταγματασφαλίτες, οι παρακρατικοί, οι χουντικοί, τα γιουσουφάκια της τρόικα …

Είμαι υπερήφανος που είμαι έλληνας δεν το συζητώ. Θεωρώ πως τούτη η ράτσα στην οποία ανήκω έχει στοιχεία εκπληκτικά στο DNA της, έχει χαρακτηριστικά μοναδικά στον κόσμο, έχει ιδιότητες που σε κατάλληλες συνθήκες την κάνει να μεγαλουργεί. Ο πολιτισμός ποτέ δεν έλειψε από τούτο τον τόπο και τους ανθρώπους του σε όποιες συνθήκες. Οι τέχνες και τα γράμματα, οι επιστήμες πάντοτε ευδοκιμούσαν, παρακαταθήκες για όλο τον υπόλοιπο κόσμο.
Κακά τα ψέματα όμως. Στο ίδιο DNA υπάρχουν και χαρακτηριστικά αυτοκαταστροφής, χαρακτηριστικά διπροσωπίας, οι αντιθέσεις του άσπρου με το μαύρο, του καλού με το κακό. Κι αν δεν είχαμε ποτέ θεό τον Ιανό, το διπρόσωπο θεό των Ρωμαίων, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μας χαρακτηρίζει.

Έγραφα στο προηγούμενο σημείωμά μου ότι είμαστε ραγιάδες ή εν πάσει περιπτώσει κυκλοφορεί ο ραγιαδισμός μέσα μας και θα το υποστηρίξω.

Ρωμιοί
Έχουμε μάθει στην ιστορία μας ότι υπήρχε κάποτε η Αρχαία Ελλάδα η οποία καταλύθηκε από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ. Η φράση, που αποδίδεται στον Κικέρωνα, «Νικήσαμε τους Έλληνες με τα όπλα αλλά μας νίκησαν με το πνεύμα», μας δίνει το δικαίωμα να θεωρούμε την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέρος της ιστορίας μας. Λάθος.
Η ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία (η οποία μόλις τον 17ο αιώνα ονομάστηκε από λόγιους Βυζάντιο) σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ελληνική. Εμείς, γιατί έτσι μας συνέφερε την ελληνοποιήσαμε. Λάθος!
Γιατί άραγε αυτοαποκαλούμαστε Ρωμιοί; Πόθεν προκύπτει ετυμολογικώς η λέξη;

Το Βυζάντιο έπεσε στα 1453, θρηνούμε γι αυτό και θεωρούμε την 29η Μαΐου αποφράδα ημέρα, φαντάζομαι για το θρησκευτικό μέρος της υπόθεσης και όχι για το αμιγώς πολιτικό. Σε ότι μας αφορά σαν έθνος και σαν λαό, υπόδουλοι είμαστε και υπόδουλοι παραμείναμε. Άλλαξε ο κατακτητής. Από υπήκοοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μεταβληθήκαμε σε υπηκόους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σημαντική αλλαγή προς το χειρότερο βεβαίως η ουσία όμως παραμένει η ίδια. Δεν είμαστε ελεύθεροι και σκλαβωθήκαμε ξαφνικά. Αλλάξαμε επικυρίαρχο απλώς…
Μέχρι λοιπόν την επανάσταση του 1821, και πολύ αργότερα για πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας, μέχρι που αποκτήσαμε οντότητα σαν ελληνικό κράτος, μετρήστε τα χρόνια της σκλαβιάς μας. Δύο χιλιάδες χρόνια! Είκοσι αιώνες σκλαβιάς!
Είκοσι αιώνες επικυρίαρχων που απομυζούσαν με δυσβάσταχτους φόρους το μόχθο του λαού. Γι αυτές τις επιβαρύνσεις το μόνο που κάναμε ήταν να προσπαθούμε να κρύψουμε τα εισοδήματά μας και τα αποφύγουμε τα χαράτσια. Με κουτοπονηριά, με τον γνωστό του αγά, με μέσον στους κοτζαμπάσηδες, με κάθε τρόπο προσπαθούσαμε να τη γλυτώσουμε. Ελάχιστες άλλες ομαδικές αντιδράσεις. Καθένας για τον εαυτό του.
Οι τόσοι αιώνες σκλαβιάς και κυρίως η τουρκοκρατία, μας γέμισαν κόμπλεξ με αποτέλεσμα να έχουμε σαν λαός χαμηλή αυτοεκτίμηση, αυτοπεποίθηση και αυτοσεβασμό. Θεωρούσαμε και θεωρούμε το κράτος σαν εχθρό. Ακόμα και σήμερα, το 2013, τους φόρους τους ονομάζουνε χαράτσια. Κάτι σημαίνει σημειολογικά αυτό, έτσι δεν είναι; Θεωρούμε πολύ φυσικό να κλέβουμε την εφορία όπως έκλεβαν οι πρόγονοί μας τον Αγά. Οι τρόποι που παρουσιάζουν μεγάλα ΜΜΕ, για να γλυτώσουμε «από την τσιμπίδα της εφορίας», λέει πολλά.
Δεν καταλαβαίνουμε ότι εφορία σημαίνει δρόμοι, νοσοκομεία, σχολεία, αεροδρόμια, κοινωνικές παροχές κλπ. Αυτό, πέραν των προηγούμενων, σημαίνει ότι το φορολογικό μας σύστημα είναι και άδικο και δυσβάσταχτο!
Άρα κλέβω την εφορία, πάει να πει το κράτος και αυτομάτως κατανοώ τους πολιτικούς που κλέβουν και αυτοί το δημόσιο χρήμα. Ένα άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο που ισχύει στη χώρα εδώ και δύο αιώνες. Το πολιτικό κατεστημένο ενδιαφέρεται, πώς θα επιβιώσει πολιτικά. Χρησιμοποιεί όλα τα μέσα, για να βρίσκεται στο παιχνίδι της εξουσίας, κουκουλώνοντας όλες τις πολιτικές αμαρτίες του, διατηρώντας τα κλεμμένα λάφυρα, που άρπαξε από το λαό, με την ανοχή του λαού δυστυχώς, που το βλέπει, το ξέρει, το ψιθυρίζει μα δεν αντιδρά.


Έχουμε μάθει να έχουμε επικυρίαρχους. Είχαμε, μετά την απελευθέρωση, έλληνα κυβερνήτη, τον Καποδίστρια,  και τον «φάγαμε» για να επαιτήσουμε στα βασίλεια της Ευρώπης  λεφτά και βασιλιάδες για να μας κυβερνήσουν (Οθωνας, Γκλύξμπουργκ)!
Τι διαφορετικό συμβαίνει σήμερα; Τίποτα! Παραδώσαμε τότε και τώρα το μέλλον του λαού στους δανειστές μας.
Έχουμε ληστοσυμμορίες και κοτζαμπάσηδες έστω και με διαφορετικές «φορεσιές» και διαφορετικούς στόχους.
Τρεις μόνο ασήμαντες διαφορές. Σήμερα δεν ζητάμε κυβερνήτες, δεν φοράμε φουστανέλες και επαιτούμε με τηλεδιάσκεψη...
Και αν τότε, έχοντας όραμα την μεγάλη Ελλάδα, δικαιολογούσαμε το ξεπούλημα της κυριαρχίας μας με την ανάγκη να έχουμε τα μέσα και τις προσωπικότητες εκείνες που θα μας βοηθούσαν να συνδεθούμε ξανά με τις πραγματικές μας ρίζες, σήμερα τι;
Δυστυχώς, τα ήθη που μας οδήγησαν στην ολική κατάρρευση συνεχίζονται. Το παρελθόν επιστρέφει ως μέλλον με την ανοχή  της κοινωνίας...

Είμαστε ραγιάδες τελικά! Ραγιάδες! Όσο και να μην μας αρέσει αυτή είναι μια θλιβερή πραγματικότητα.

► Έχουμε μάθει να καθόμαστε και να περιμένουμε να τα κάνουν όλα οι άλλοι!
► Έχουμε συνηθίσει να ζητάμε ρουσφέτια ενώ παράλληλα κατηγορούμε τους πάντες για το … σάπιο σύστημα!  
► Ρίχνουμε τις ευθύνες στους πολιτικούς και γενικά σε οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον εαυτό μας, λες και οι πολιτικοί ή τα κόμματα παίρνουν την εξουσία μόνοι τους!
► Όταν καλούμαστε να συμμετάσχουμε επωνύμως σε μια μορφή αντίδρασης, το βάζουμε στα πόδια και προτιμάμε, πίνοντας ένα φραπέ, να σχολιάσουμε επικριτικά τους άλλους που αγωνίζονται!
► Αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα, ακόμα και τη στιγμή που χρεοκοπεί η χώρα, και υπερασπιζόμαστε μετά μανίας το κόμμα μας, ρίχνοντας  τις ευθύνες στα αντίπαλα κόμματα, χωρίς να αναγνωρίζουμε ούτε τη δική μας ευθύνη ούτε τα εγκλήματα που έκαναν τα κόμματα που ψηφίζουμε.
► Καταπατούμε κάθε έννοια δικαιοσύνης, αξιοκρατίας και ισονομίας μπροστά στη δική μας εξυπηρέτηση με μεγάλη ευκολία.
► Ως ραγιάδες υπομένουμε ήσυχα και χωρίς πολλά - πολλά τη νέα σκλαβιά που μας ετοίμασαν. Σε όσους αντιδράσουν ένα ξεροκόμματο θα είναι αρκετό για να μας βουλώσει τα στόματα. (μιλώ για τον κανόνα, εξαιρέσεις υπάρχουν μα είναι λίγες δυστυχώς!)
► Ως ραγιάδες παρακολουθούμε τα πολιτικά δρώμενα από τον καναπέ μας (όσο μας τον αφήνουν και αυτόν), έχοντας εγωπαθητική συμπεριφορά. Το μότο μας  «εγώ καλά είμαι και οι υπόλοιποι να πνιγούν», διαιωνίζει τη σχέση, πολιτικού – χρήσιμου πελάτη  και ο φαύλος κύκλος μ’ έναν λαό στο περιθώριο, προδομένο και ταπεινωμένο, επαναλαμβάνεται.


Όταν ο πρωθυπουργός της χώρας υποδέχεται υπαλληλίσκους της τρόικα και δέχεται υποδείξεις τους, όταν σε κάθε εξαγγελία μέτρου επαναλαμβάνει το «αν συμφωνήσουν οι δανειστές μας», αυτομάτως μετατρέπεται σε κοτζαμπάση! Και αν δεν μπορεί να σηκώσει φωνή διαμαρτυρίας σε θέματα που αποδεδειγμένα είναι σε βάρος της χώρας και το λαού μα τα αποδέχεται αδιαμαρτύρητα, μετατρέπεται σε γιουσουφάκι!
Εν έτη 2013, οι «ραγιάδες» ζουν ανάμεσα μας και δυστυχώς πολλοί από εμάς, ίσως και να είμαστε ένα είδος «ραγιά» χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Έτσι άλλωστε μας το πέρασαν οι παλιότερες γενιές. Ίσως αυτό να είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που σαν χώρα φτάσαμε σε αυτό το σημείο.
ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ χωρίς ψυχή, με μόνο μέλημα την βόλεψη μας, αγνοούμε ότι χωρίς μάχη δεν γίνεται ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, δεν αλλάζει ο κόσμος. Από την δουλειά μας, την ζωή μας, ακόμη και την σκέψη μας.
22/7/2013

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

ΡΑΓΙΑΔΕΣ



Ακόμη τούτη η Άνοιξη
Ραγιάδες ,  ραγιάδες …

Τα τελευταία χρόνια περνούμε ως λαός ένα δράμα! Πρωτοφανείς καταστάσεις, λιτότητα και μέτρα, φτώχεια και ανεργία, εξαθλίωση και δυστυχία!
Η συνταγή πανθομολογούμενο λάθος και όμως επιμένουμε μέσω των κυβερνώντων μας και της ανοχής μας!
Αντίσταση λιγοστή, ο φόβος μας έχει κυριεύσει και η κοινωνική μας συνείδηση είναι μηδενική!
Αδιαφορούμε για τον διπλανό μας που έχει υποστεί καθίζηση από την κρίση νομίζοντας ή ελπίζοντας ότι εμάς δεν θα μας ακουμπήσει!
Κουνάμε συγκαταβατικά το κεφάλι στον μόλις απολυμένο γείτονά μας και θεωρούμε ότι η δική μας θέση είναι εξασφαλισμένη!
Ακούμε στο χαζοκούτι την κυβερνητική προπαγάνδα και τους εγκάθετους μεγαλοδημοσιογράφους που σπέρνουν τον τρόμο και κουρνιάζουμε ακόμη πιο μέσα στη φωλιά μας!
Είμαστε οι περισσότεροι ευθυνόφοβοι και συμφεροντολόγοι. Το μυαλό μας στο πως θα μείνει το κακό μακριά μας ή, ακόμη καλύτερα, επιδιώκουμε να το αντιμετωπίζουμε ως «καλό».
Φοβούμαι πως, αν δεν είμαστε ραγιάδες, έχουμε τον ραγιαδισμό στο DNA μας!
Σε άλλο σημείωμα θα το αναπτύξω αυτό, προς το παρόν ας δούμε τι ήταν οι ραγιάδες και σε ποιο φορολογικό καθεστώς ζούσαν.




Ραγιάδες
Ραγιάς: Αραβικής προέλευσης λέξη (ράγι = κοπάδι) που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για τους μη μουσουλμάνους κατοίκους της Τουρκίας. Η σημασία της λέξης ήταν περιφρονητική και είχε την έννοια του σκλάβου. Η πλειοψηφία των ραγιάδων ήταν Έλληνες, Αρμένιοι, Εβραίοι και Φράγκοι. (οι χριστιανοί και οι Εβραίοι ραγιάδες λέγονταν ζιμήδες). Είχαν ελάχιστα δικαιώματα, τους απαγορευόταν να έχουν τις συνήθειες των Τούρκων σε ό,τι αφορά το ντύσιμο, την κατοικία κ.λπ. και ήταν υποχρεωμένοι να προσκυνούν τους Τούρκους και να καταβάλλουν κεφαλικό φόρο, το λεγόμενο «χαράτσι». (Χαράτσι = πληρώνεις ή χάνεις το κεφάλι σου). Δεν είναι περίεργο που οι περισσότεροι ονομάζουμε τους νέους φόρους που επιβάλει η τρόικα με την ανοχή των κυβερνώντων μας χαράτσια; Τι σημαίνει σημειολογικά αυτό άραγε;

Σχέδιο εξόντωσης
Οι Οθωμανοί στην προσπάθεια τους να ελέγξουν αποφασιστικά τους υπόδουλους υπηκόους του κράτους τους, ανέπτυξαν ένα λεπτομερές σύστημα καταγραφής των οικονομικών και δημογραφικών δεδομένων, που συνέλεγαν.
στα χρόνια της σκλαβιάς.
Είχαν συλλάβει και είχαν εφαρμόσει ένα σχέδιο οικονομικής εξόντωσης των υποδούλων ώστε να τους εξαναγκάσουν να εξισλαμιστούν ή να μην έχουν την δυνατότητα από τους εξαντλητικούς φόρους να σηκώσουν κεφάλι λόγω της πείνας και της εξαθλίωσης, παραμένοντας ραγιάδες.

 Ας δούμε κάποιους από τους φόρους που επέβαλαν.

► Ο βασικός φόρος ήταν αυτός της δεκάτης. Δηλαδή σε κάθε δέκα ίσα μέρη παραγωγής αγροτοκτηνοτροφικού προϊόντος, το ένα μέρος το έπαιρνε ο εκπρόσωπος της Οθωμανικής εξουσίας. Το κράτος υπενοικίαζε συνήθως το δικαίωμα είσπραξης της δεκάτης σε τοπικούς άρχοντες.

Ο κεφαλικός φόρος (χαράτσι), από όλους τους υπόδουλους (άνδρες, γυναίκες και παιδιά). Όλοι οι ραγιάδες μετά τα 12 τους χρόνια ήταν υποχρεωμένοι να το πληρώνουν, για να αγοράζουν το δικαίωμα να ζουν!! Έπαιρναν μάλιστα και μια απόδειξη όπου γραφόταν επάνω «ο φέρων το παρόν έχει την άδεια να φέρην επί εν έτος την κεφαλήν επί των ώμων του». H καταβολή του φόρου αυτού ήταν σύμφωνη με τον ιερό νόμο του Ισλάμ, ο οποίος όριζε, πως οι «άπιστοι», που κατοικούσαν στη γη των «πιστών» ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν χρήματα για την «προστασία» τους από τους μουσουλμάνους.

Αρχικά οι Τούρκοι εισέπρατταν τον κεφαλικό φόρο αδιακρίτως, αργότερα όμως διαίρεσαν τους Χριστιανούς σε τρεις τάξεις, και το χαράτσι ανάλογα σε τρεις βαθμούς]:
  • η πρώτη τάξη πλήρωνε τέσσερα φλουριά κατά κεφαλή
  • η δεύτερη δύο
  • και η τρίτη τάξη πλήρωνε ένα φλουρί κατά άτομο.
  • Αναλόγως το χαράτσι του πρώτου βαθμού επιβαλλόταν στους έμπορους και τους πλούσιους, και ονομάζονταν αλάς.
  • Το χαράτσι του δεύτερου βαθμού το πλήρωναν οι βιομήχανοι και οι τεχνίτες, και λεγότανε ιφσάτ.
  • Το χαράτσι τρίτου βαθμού ήταν για τους γεωργούς και τους πτωχούς και λεγότανε εδνά.
Ο τρόπος είσπραξής του ήταν ο εξής: κάθε χρόνο η Υψηλή Πύλη πούλαγε τα δικαιώματα είσπραξης των φόρων σε ισχυρούς και πλούσιους Τούρκους. Αυτοί τον μεταπουλούσαν κερδοσκοπικά σε εκμισθωτές φόρων οι οποίοι αναλάμβαναν να εισπράξουν τον φόρο από τους μη μουσουλμάνους υπηκόους. Ο πλούσιος Τούρκος λεγόταν χαρατζίμπασης, οι δε εισπράκτορες λεγόντουσαν χαρατζίδες. Οι χαρατζίδες περιόδευαν τις πόλεις και τα χωριά με στρατιωτική συνοδεία και εισέπρατταν ποσά μεγαλύτερα από αυτά που έπρεπε να αποδώσουν στον χαρατζίμπαση, συχνά χρησιμοποιώντας βάρβαρα μέσα. Τη διαφορά την καρπώνονταν για προσωπικό τους όφελος.
► Η λεγόμενη «αποδεκάτωσις παίδων». Πρόκειται για το ελεεινό «παιδομάζωμα» που καθιερώθηκε επί σουλτάνου Μουράτ Α΄ και κράτησε μέχρι το 1632. Έπαιρναν υποχρεωτικά, Ελληνόπουλα ηλικίας αρχικά 6-7 ετών και τα κατέτασσαν στα τάγματα των Γενιτσάρων. Αυτός ο φόρος είχε ονομασθεί και «φόρος αίματος».
► Ο στρατιωτικός φόρος που τον πλήρωναν όλοι οι άρρενες κάτοικοι από 12 ετών έως τα βαθιά τους γεράματα.
► Ο φόρος «Κιουρέκ αξεσί» που τα έσοδά του προορίζονταν για την ενίσχυση του στόλου.
► Ο φόρος «Αβαρίζ» για την αποφυγή της στρατολόγησης.
► Ο φόρος «Αβέ Αξεσή» για την … διασκέδαση του σουλτάνου!!!
► Ο φόρος «Τεκιαλίφι Ντιβανιγιέ» για τις ανάγκες του υπουργικού συμβουλίου.
► Ζητήθηκε ακόμα και «φόρος οδοντογλυφίδας» που τον απαιτούσαν από τους υπόδουλους οι Τούρκοι αγάδες και άλλοι αξιωματούχοι για τον καθαρισμό των δοντιών τους!!!
► Κάθε οικογένεια πλήρωνε το φόρο «καπνού» (δηλαδή για το τζάκι της οικογένειας που κάπνιζε, και τους φόρους για το γάμο μπουγά, παρασί), τα καταλύματα, τα επαρχιακά έξοδα, την τιμητική στολή («καφτάνια»), τα καρφοπέταλα κι άλλους, που είχε δικαίωμα να επιβάλλει ο κάθε τοπικός Οθωμανός διοικητής.

                                 
Τότε και τώρα
Τότε όλοι αυτοί παράλογοι και ανελέητοι φόροι προσπαθούσαν να κρατήσουν τους Έλληνες ελεγχόμενους και υπόδουλους εξαθλιώνοντας τους. Τώρα γιατί επιβάλλονται τόσο παράλογη και ανελέητοι φόροι, εξαθλιώνοντας με παράλογες απαιτήσεις εκατομμύρια οικογένειες; Είναι προφανές πως κάποιοι επιδιώκουν να ξαναγυρίσουμε στο ραγιαδισμό. Κάποια ξένα κέντρα θέλουν να πάρουν το «φιλέτο», χωρίς να πληρώσουν και, δυστυχώς, κάποιοι, αυτοαποκαλούμενοι και «σωτήρες», έχουν γίνει τα «γιουσουφάκια» τους, οι «χαρατζιμπάσηδες» τους!
Και εμείς οι ραγιάδες; Υπομονή. Σε τετρακόσια τόσα χρόνια θα … ξεσηκωθούμε!

15/7/2013
Πηγές: http://el.wikipedia.org/
http://logia-tou-aera.blogspot.gr/

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Σουβλάκι ή πίτα;



Είναι κάποια πράγματα στον τόπο μας που τα θεωρούμε «παραδοσιακά» και ανάγουμε την ύπαρξή τους αιώνες πριν.  
Ας πάρουμε για παράδειγμα το σουβλάκι. Είτε λέγεται «καλαμάκι» είτε «σουβλάκι» είτε «πίτα», έχει συνδυαστεί με τον Ελληνικό τρόπο ζωής, έστω και αν έχει μικρή διάρκεια ύπαρξης στην ελληνική ιστορία.
Το σουβλάκι είναι ένα χαρακτηριστικό ελληνικό έδεσμα, το οποίο είναι ονομαστό σε όλο τον κόσμο και το οποίο σερβίρεται κατεξοχήν σε ειδικά καταστήματα (σουβλατζίδικα). Είναι επίσης και ένας τύπος γρήγορου φαγητού που συναντάται σε υπαίθριες εκδηλώσεις εορταστικού χαρακτήρα. Στα ελληνικά πανηγύρια, σχεδόν πάντα συναντώνται πρόχειρες ψησταριές που πουλούν σουβλάκια με ψωμί.
Πολλοί θεωρούν ότι το σουβλάκι με πίτα είναι τουρκική ή ανατολίτικη συνταγή. Οι Τούρκοι γνωρίζουν καλά το κεμπάπ ή τον γύρο, αλλά αγνοούν παντελώς την πίτα.     

                                
Ιστορία
Η συνταγή είναι γνωστή από την ελληνική αρχαιότητα. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Αθηναίου στο έργο του «Δειπνοσοφιστές», ότι ο Ηγήσιππος στο «Οψαρτυτικό» του, δηλ. στον οδηγό μαγειρικής που έγραψε, αναφέρει ένα έδεσμα που λεγόταν κάνδαυλος και ήταν κάτι ανάλογο με το σημερινό σουβλάκι. Συνδύαζε κομμάτια από ψητό κρέας, πίτα, τυρί και άνηθο και σερβιριζόταν με ζουμί (Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές, 12, 516δ).
Το σουβλάκι από εντόσθια αναφέρεται σε ρωμαϊκά κείμενα του 1ου αιώνα μ.Χ. αλλά και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά την άλωση, μικροπωλητές πωλούσαν στους δρόμους εκτός από φρούτα ή λαχανικά, και σουβλάκι με πίτα.
Η ένδοξη ιστορία του ελληνικού σουβλακιού ξεκινάει το 1924, όταν ο Ισάκ Μερακλίδης έρχεται από την Αίγυπτο στην Αθήνα και ανοίγει το πρώτο σουβλατζίδικο, ονόματι «Αιγυπτιακόν», στη Νίκαια, το οποίο ζει και βασιλεύει μέχρι σήμερα, περνώντας από γενιά σε γενιά στα εγγόνια του, τον Μισάκ και την Αζνίβ. Αμέσως μετά ανοίγει ακόμα ένα «Αιγυπτιακόν» στην οδό Βραχείας 9 (εμείς την ξέρουμε πλέον ως Μητροπόλεως), στη γωνία με την Πλατεία Μοναστηρακίου - το μαγαζί αυτό ανήκει πλέον στον Σπύρο Μπαϊρακτάρη, που το χρησιμοποιεί ως σάλα σερβιρίσματος επεκτείνοντας το μαγαζί του.
Ο μπάρμπα Ισάκ ήταν Αρμένης από τα 'Άδανα, όπου το κεμπάπ είναι θρησκεία. κυνηγημένος από τους Τούρκους, πέρασε στην Αίγυπτο ως πολιτικός πρόσφυγας και κατέληξε στην Αθήνα, άλλαξε το αληθινό του όνομα, το Μισάκ Ανισπικιάν, και ξεκίνησε νέα καριέρα ως Μερακλίδης φτιάχνοντας κεμπάπ από πρόβειο κρέας, πίτα και ντομάτα, όλα ψημένα στα κάρβουνα.
Η Λιβαδειά θα καθιερώσει το καλαμάκι με ψωμί αργότερα, στη δεκαετία του '50, ενώ το πρώτο ντονέρ από κιμά θα κάνει την εμφάνισή του στην Αθήνα το 1962, μέχρι η Χούντα να επιβάλει το χοιρινό (σε σουβλάκι, γύρο κ.λπ.) αλλάζοντας διά νόμου τη γεύση της ελληνικής λιχουδιάς του δρόμου.
 
Ονοματολογία
Καλαμάκι
Αποτελείται από κομμάτια χοιρινού κρέατος περασμένα σε μικρή ξύλινη σούβλα από καλαμιά και ψημένα. Στην περίπτωση αυτή, στη νότια Ελλάδα μπορεί να το παραγγείλει κανείς και ως «καλαμάκι», το οποίο σερβίρεται συνήθως με μια φέτα ψωμί. Μπορεί επίσης να φτιαχτεί από κρέας κοτόπουλου που, αν συνδυαστεί με μπέικον, αποκαλείται «κοτομπέικον» ή να συνδυαστεί με πίτα. Σπανιότερα φτιάχνεται και από κρέας αρνιού.
Εκτός από το κλασικό σουβλάκι φτιάχνονται, κυρίως στα εστιατόρια, και μεγαλύτερα σουβλάκια, συνήθως σε μεταλλική σούβλα (κοντοσούβλι), που σερβίρονται ως μερίδα μαζί με πατάτες, σαλάτα και κάποια σως. Κάποιες φορές ανάμεσα στα κομμάτια κρέατος παρεμβάλλονται κομμάτια πιπεριάς, κρεμμυδιού και ντομάτας.

Πίτα
Ετυμολογία.: πίτα (ορθότερο) ή πίττα ή πήτα< ιταλ.: pitta (απ εδώ και το pizza) < λατ.: picta < αρχ. ελλην.: πηκτή > πίττα και πίσσα.

Η πίτα στο σουβλάκι είναι αποκλειστικά ελληνική πατέντα και συνταγή. Αν η παρασκευή της επηρεάστηκε από κάποιους, δεν είναι από τους Ανατολίτες αλλά από τους Ιταλούς κατακτητές. Κατά τη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής, οι Ιταλοί απαίτησαν και έδειξαν  στους Έλληνες φουρνάρηδες να τους παρασκευάσουν την ιταλική γαλέτα. Ήταν μια εύκολη λύση για να τρέφεται ο στρατός με αρτοπαρασκευάσματα μεγάλης διάρκειας. Οι Έλληνες φουρνάρηδες,  επηρεασμένοι και από την πείρα τους σε ένα είδος Μικρασιατικού ψωμιού που έμοιαζε με πίτα, αντί για γαλέτα, θα παράγουν τη γευστικότατη πίτα, που γνωρίζουμε σήμερα, και μάλλον είχε επιτυχία στον Ιταλικό στρατό κατοχής.
Ο φούρνος του Χατζή μαζί με το φούρνο του Λαμπράκη, στη Νίκαια,  ήταν οι πρώτοι φούρνοι, παγκοσμίως, που παρήγαγαν την πίτα για σουβλάκι.
Η πίτα για σουβλάκι ως εμπορική επιχείρηση ξεκίνησε το 1952 από τους αδελφούς Αντώνη και Κυριάκο Παπαδόπουλο (από την Άψαλλο της Έδεσσας) σε ξυλόφουρνο και με παράγωγη 200 έως 300 πίτες την ώρα. Οι Αφοι Παπαδόπουλοι υπενοικιάζουν ένα φούρνο, μέχρι τις τρεις το πρωί, στον οποίο πηγαίνουν από νωρίς τη νύχτα για να ζυμώσουν, να πλάσουν , να ανοίξουν το ζυμάρι και να ψήσουν τις πίτες στον ξυλόφουρνο. Κατόπιν, συσκευάζουν τις πίτες σε χάρτινες κούτες και κασόνια και τις διανέμουν με καρότσα, με τρίκυκλο, ακόμα και με τα πόδια. Για τις πιο μακρινές διαδρομές αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν το λεωφορείο ή το τραμ, καθώς το αυτοκίνητο είναι είδος πολυτελείας, πόσο μάλλον τα φορτηγά οχήματα για το εμπόριο. Η παραγωγή φτάνει τις 200-300 πίτες την ώρα και η τιμή πώλησης είναι 4-5 δεκάρες.
Σήμερα οι πίτες ψήνονται σε ηλεκτρικό φούρνο πάνω σε κυλιόμενη ταινία, ενώ το «πάτημα» της πίτας δεν γίνεται πλέον με τα χέρια αλλά με ειδική μηχανή. Η παραγωγή της πίτας για σουβλάκι ανέρχεται τουλάχιστον στις 250.000 ημερησίως ενώ γίνονται συστηματικά εξαγωγές προς όλο τον κόσμο μόνο από ελληνικές επιχειρήσεις.

Γύρος
Γύρος ονομάζεται το έδεσμα που αποτελείται από κομμάτια χοιρινού κρέατος, από διάφορα μέρη του ζώου. Το νοστιμότερο γύρο τον κάνει κρέας από το λαιμό του χοίρου. Ονομάζεται έτσι γιατί το κρέας για να ψηθεί περνιέται σε κατακόρυφη μεταλλική σούβλα που γυρίζει γύρω από τον άξονά της, με τη φωτιά στη μια πλευρά. Ο γύρος φτιάχνεται και με κιμά - όπως το γνωστό κεμπάπ - αλλά και με κρέας κοτόπουλου. Προσφέρεται τυλιγμένος σε πίτα (άζυμο ψωμί), αλλά και ως μερίδα. Σερβίρεται με διάφορες σαλάτες - χαρακτηριστικότερη το τζατζίκι - ντομάτα, κρεμμύδι και τηγανητές πατάτες. Σήμερα στην Ελλάδα ο γύρος με κιμά έχει απαγορευθεί με σχετική αγορανομική διάταξη λόγω των υγειονομικών παραβάσεων που είχαν σημειωθεί.
Το αραβικό φαγητό shawarma και το μεξικάνικο tacos al pastor είναι όλα παρόμοια με τον γύρο, και όλα προέρχονται από το Τουρκικό Ντόνερ Κεμπάπ το οποίο δημιουργήθηκε στην πόλη Προύσα τον 19ο αιώνα. Το ντονέρ κεμπάπ αποτελείται από αρνίσιο ή μοσχαρίσιο κρέας ή κοτόπουλο, ωστόσο στην Ελλάδα επικράτησε παραλλαγή με χοιρινό, αφού οι Χριστιανοί μπορούν να καταναλώσουν αυτό το κρέας.
 
Δευτερεύοντα συστατικά
Στην Αθήνα και σε ορισμένες περιοχές της Νότιας Ελλάδας, το σουβλάκι αποκαλείται καλαμάκι, γιατί το ξύλο της σούβλας του είναι από καλαμιά. Επίσης σουβλάκι ονομάζουν τον γύρο που σερβίρεται με την παραδοσιακή συνταγή τυλιγμένος σε πίτα μαζί με πατάτες, ντομάτα, τζατζίκι και κρεμμύδι.
Στη Βόρεια Ελλάδα σερβίρεται σε μερίδες συνοδευόμενο από τηγανητές πατάτες, ή κάποιες σαλάτες, με το ξυλάκι, ή αλλιώς σερβίρεται τυλιγμένο σε πίτα ή ψωμάκι (και παραγγέλνεται ως «σουβλάκι σε πίτα ή ψωμάκι» μαζί με πατάτες, ντομάτα, κρεμμύδι, κέτσαπ και μουστάρδα, ενώ προαιρετικά μπορεί να προστεθεί κάποιο είδος σαλάτας σε μορφή σάλτσας (τζατζίκι, τυροκαυτερή, κηπουρού, αγγουρομαγιονέζα κλπ).
Στην Κύπρο στα σουβλατζίδικα σερβίρεται πάντοτε σε κυπριακή πίτα, η οποία (με το περιεχόμενό της) αποτελεί πλήρες γεύμα. Η παραδοσιακή (κυπριακή) πίτα, εκτός από χοιρινά σουβλάκια, περιλαμβάνει ντομάτα, μαϊντανό και κρεμμύδι, ενώ συχνά μπαίνει και ψιλοκομμένο λάχανο.
Στα Αραβικά Εμιράτα βάζουν αντί για τζατζίκι ψιλοκομμένο φιστίκι, ενώ ακόμα και σήμερα στην Κρήτη χρησιμοποιούν γιαούρτι.
Σε κάθε περίπτωση αποτελεί ένα φτηνό και πλήρες έδεσμα το οποίο, στην περίοδο της κρίσης που περνούμε, αποτελεί και λύση εν τέλει για τα φτωχικά μας βαλάντια.
Φυσικά η ποιότητά του απέχει κατά πολύ από αυτήν προηγούμενων δεκαετιών για τον απλούστατο λόγο ότι έχει βιομηχανοποιηθεί. Κανένας πια ή σχεδόν κανείς δεν ετοιμάζει μόνος του το γύρο ή τα καλαμάκια. Όλα αγοράζονται έτοιμα και «Κύριος είδε» τι περιέχουν…

Πηγές:
http://www.24grammata.com/








Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

ΑΘΥΡΟΣΤΟΜΙΑ


Οι λέξεις δεν είναι πονηρές. Δίνουν ένα όνομα σε ένα πρόσωπο, σε ένα όν  ή σε ένα αντικείμενο  ή χαρακτηρίζουν κάτι.
Από τα μικράτα μας τα μαθαίνουμε αυτά. Όνομα ουσιαστικό, όνομα επίθετο, αντωνυμία, ρήμα, μετοχή, πρόθεση, επίρρημα, σύνδεσμος, επιφώνημα!
Πονηροί είναι οι άνθρωποι.  Που ακούνε μια λέξη, όποια και να είναι αυτή και την παραπέμπουν στη δική τους σκέψη, στη δική τους ιδιαιτερότητα, αγνοώντας τη σκέψη αυτού που την εξεστόμισε και κυρίως τον τρόπο που την είπε.

Σημαίνον - Σημαινόμενο
Οι λέξεις είναι τα δομικά στοιχεία του λόγου. Εκλαμβάνονται από όλους σε δύο, τουλάχιστον, διαστάσεις ανάλογα με την θέση τους στον λόγο και τον τρόπο έκφρασής τους.
Είναι στοιχεία δύο διαστάσεων γιατί περιέχουν το σημαίνον, πάει να πει τη διαδοχή των γραμμάτων που τις απαρτίζουν και το σημαινόμενο δηλαδή το νόημα που τους αποδίδεται, κάτι που δεν το διαβάζουμε αλλά το αντιλαμβανόμαστε.
Κατά συνέπεια για να χαρακτηρίσουμε μια λέξη ως «ακατάλληλη» ή «κακή» θα πρέπει να βασιστούμε και στο σημαινόμενο και όχι μόνο στο σημαίνον. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε λέξη περιέχει προθέσεις και διαθέσεις του υποκειμένου που τις εκφράζει.
Θέλετε παραδείγματα;
► Οι άντρες στις μεταξύ τους, φιλικές, συζητήσεις χρησιμοποιούν τη λέξη «μαλάκα» η οποία, στο σημαινόμενο της, υποκαθιστά κατά κάποιον τρόπο την λέξη «φίλε» και διάφορες άλλες, φιλικών διαθέσεων, λέξεις. Ταυτόχρονα η ίδια λέξη την ίδια στιγμή μπορεί να εκφραστεί ως υβριστική - προσβλητική. Η διαφοροποίηση εδώ είναι στις προθέσεις του ατόμου που την εκφράζει. Ουσιαστικά δεν μας ενοχλεί ο «φορέας» ( η λέξη «μαλάκας») αλλά το περιεχόμενο που της προσδίδει εκείνος που την εκφράζει.
► Η λέξη «πόρνη» μπορεί να εκφράζει το βιοποριστικό επάγγελμα μιας γυναίκας άρα είναι ουσιαστικό που προσδιορίζει ουσιαστικό. Μπορεί όμως να εκφραστεί με κακόβουλες προθέσεις οπότε η λέξη μετασχηματίζεται σε επίθετο που προσδιορίζει ουσιαστικό και άρα να λειτουργεί προσβλητικά.
Και πάλι όμως η προσβολή δεν συσχετίζεται με την ίδια την λέξη αλλά με το σημαινόμενο που η λέξη κουβαλά.
► Η λέξη «δάκτυλο» με τίποτα και από κανένα δεν θεωρείτε προσβλητική. Γιατί να θεωρείται η λέξη «πέος»;(το γράφω «ευγενικά»). Εν δυνάμει και οι δύο, για τον ίδιο λόγο, είναι «πονηρές»! Ποτέ δεν κατάλαβα, και δεν το έκανα, τη συνήθεια να βαφτίζουμε τα γεννητικά όργανα των παιδιών με περίεργα ονόματα. «Κουτάκι», «πουλάκι»  κ.λ.π. Χαζό δεν είναι;
► Η λέξη «καταλυτικός» σημαίνει ταυτόχρονα δύο αντίθετα πράγματα. Υπό μία εκδοχή σημαίνει «καταστρεπτικός» (κατάλυση = καταστροφή) και υπό μια άλλη εκδοχή σημαίνει «εκείνον που έπαιξε σημαντικό, θετικό, ρόλο στην εξέλιξη κάποιου πράγματος» (καταλύτης = χημική ουσία που βοηθάει χημικές αντιδράσεις). Δηλαδή μπορεί να σημαίνει και άσπρο αλλά και μαύρο. Ανάλογα τις διαθέσεις μας, τα συμφραζόμενα και το νόημα του συνόλου.
► Να συνεχίσω; Λέξεις όσες θέλετε. Βιβλίο ολόκληρο!
 
Το 1984 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Νεφέλη» το έργο «Νεοελληνική αθυροστομία» της Μαίρης Κακουλέ στο οποίο περιέχονται κάθε είδους αισχρολογίες του ελληνικού λαού. Χρειάστηκαν μάλιστα κάμποσοι τόμοι για να καταγράψει όσες περισσότερες μπορούσε! Το βιβλίο της Κακουλέ όπως ήταν φυσικό βρήκε αρκετούς επικριτές. Χαρακτηρίστηκε όμως από άλλους ως γλωσσολογικό μνημείο, γιατί μετά από έρευνα κατέγραψε τη γλώσσα χωρίς να την (κατα)κρίνει!

Καλές και κακές λέξεις
Τα νοήματα των λέξεων είναι σημαντικότερα από τις ίδιες τις λέξεις. Κατά συνέπεια δεν δικαιούμαστε να «αφορίζουμε» απόψεις βασισμένοι απλά και μόνο στην παρουσία κάποιον λέξεων που θεωρούνται «κακές».
Η σάτιρα είναι ίσως η δραστικότερη και ενίοτε η έσχατη μορφή φιλοσοφίας η οποία μπορεί να έχει και διδασκαλικό χαρακτήρα. Η σάτιρα διαθέτει έντονη διαπεραστικότητα και λόγω του ότι διεγείρει το ακροατή - αναγνώστη μπορεί να περάσει μηνύματα ακόμα και εκεί που η κλασσική φιλοσοφική έκφραση δεν κατάφερε. Πολύ συχνά έχει την ικανότητα να δημιουργεί αφορμές για στοχασμό στον ακροατή αναγνώστη δεδομένου ότι κρατάει σε εγρήγορση την προσοχή του.
Φαντάζεστε μια σάτιρα χωρίς «κακές λέξεις»; Ο Αριστοφάνης δηλαδή για κάποιους είναι «αποδιοπομπαίος»; Γιατί τόση υποκρισία;
Σεβασμός στους άλλους δεν είναι η χρησιμοποίηση μιας αποστειρωμένης γλώσσας με ένδυμα ευγενείας. Είναι η προσπάθεια να φέρεις στο φως τις πραγματικές σου σκέψεις, για θέματα που προβληματίζουν, ασχέτως του μέσου που χρησιμοποιείς. Το να βάζεις φραγμούς στη σκέψη σου είναι κάτι που σε εγκλωβίζει, σε αποπροσανατολίζει και εν τέλει δεν σε αφήνει να εκφραστείς πραγματικά.
Μια αποστειρωμένη γλώσσα, όσο ευγενικά και αν εκφέρει το λόγο, μπορεί κάλλιστα να είναι τόσο προσβλητική και τόσο απαράδεκτη όσο καμιά αθυρόστομη γλώσσα!
Η αθυροστομία δεν είναι πάντοτε ένας τρόπος να τραβήξεις την προσοχή. Θα ήταν ηλίθιο αυτό δεδομένου ότι αν δεν έχεις κάτι πραγματικά να πεις θα μείνεις μετέωρος και εκτεθειμένος!
Ο στόχος του αθυρόστομου δεν είναι σώνει και καλά να σοκάρει. Μια «άσεμνη» λέξη του μπορεί να αναδείξει τον θυμό του, την ειρωνεία του, την καυστικότητα του, την ανάγκη του τέλος πάντων να είναι ανθρώπινος, προσιτός, απαγκιστρωμένος από στεγανά.
Κατά τούτο:
Η «δυσανεξία», ενός ανθρώπου, σε κάποιες λέξεις δεν συσχετίζεται με τις ίδιες τις λέξεις αλλά με την διασύνδεση που έχει δημιουργήσει στο μυαλό του μεταξύ του σημαίνοντος και του σημαινόμενου. Η αντιμετώπιση των γλωσσικών στοιχείων με «Χιτλερικές» λογικές είναι παράλογη. Ακόμη κι αν ένας ομιλητής χρησιμοποιεί τις λέξεις με προσβλητική διάθεση γίνεται αντιληπτό ότι οι διαθέσεις του αποτελούν την αντίδραση απέναντι σε μια δράση που τον διέγειρε. 
 
Ένα τρανταχτό παράδειγμα.
Για τη χριστιανοσύνη ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος  ήταν γλωσσοπλάστης, μελίρρυτος, ανεξίθρησκος, μη μισαλλόδοξος, προστάτης των γραμμάτων  κ.α
Όταν αναφερόταν όμως στους Έλληνες εθνικούς ήταν ιδιαίτερα ευρηματικός στους χαρακτηρισμούς του.
«Δεν πάνε να κρεμασθούνε (οι Έλληνες σοφοί) πουθενά ή να γκρεμοτσακιστούνε, αφού δεν ξέρουν τί τους γίνεται;»

Τους αποκαλούσε:
Μωρούς,  εκφέροντες λόγους μιαρούς και ακάθαρτους, κυλιόμενους ομού με πόρνους και μοιχούς,  δεισιδαιμόνας,  αιμομίκτας μετά μητέρων και αδελφών, ασοφώτερους από τα ζώα,  εστιγματισμένους,  χειρότερους από τους χοίρους που πασαλείβονται με περιττώματα, κυνικά καθάρματα, παναθλίους, παμμιάρους, αναισχύντους, κ.α.
Όλες αυτές είναι «καλές» λέξεις ή προτάσεις;

Περισσεύει η υποκρισία στον τόπο δυστυχώς. Μου θυμίζει γυναίκες που, αφού γλέντησαν τη ζωή τους με κάθε τρόπο και πέρα από κάθε φραγμό, τρέχουν σε εκκλησίες και μοναστήρια όταν μεγαλώσουν κάνοντας «μεγαλόσταυρους»…

Θα τελειώσω με μια φράση του Νίκου Τσιφόρου που λέει πολλά (για τους περισσότερους εξ ημών) …
Ηθικός είναι αυτός που δεν μπορεί πια να είναι ανήθικος!

1/7/2013