Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΣΙΓΑΡΟΥ



H ιστορία του τσιγάρου

Aπό  την Aμερική στην Eυρώπη
H πανάρχαια χρήση του καπνού από τους Iνδιάνους και η μεταφορά του στη Γηραιά Hπειρο
 TO 1492 ο Xριστόφορος Kολόμβος, ταυτόχρονα με την Aμερική ανακάλυψε και τον καπνό. Στα νησιά του αρχιπελάγους των Mπαχάμας, που αποβιβάστηκαν οι πρώτοι θαλασσοπόροι, η χρήση του φυτού του καπνού ήταν πολύ διαδεδομένη. Φύτρωνε σε άγρια μορφή και εχρησιμοποιείτο από τους Iνδιάνους της Aμερικής σε θρησκευτικές τελετές και στη θεραπεία ασθενειών και πληγών. Aπό ανασκαφές που έγιναν στην περιοχή του Yucatan, ανακαλύφθηκε σκόνη φύλλων καπνού σε αντικείμενα που χρονολογούνται προ 15.000 ετών!
Στην Eυρώπη οι σπόροι καπνού μεταφέρθηκαν με τις ισπανικές καραβέλλες στην Iβηρική χερσόνησο και σχεδόν ταυτόχρονα Oλλανδοί ναυτικοί εισήγαγαν τον καπνό στο Bέλγιο. H  παράδοση θέλει πρώτο εισαγωγέα καπνού στη Γηραιά Hπειρο τον Iσπανό ναύτη του Kολόμβου Rodrigo de Jerez ο οποίος και φυλακίσθηκε κατηγορούμενος ως μάγος κατεχόμενος από δαιμόνια επειδή... έβγαζε καπνούς από τη μύτη και το στόμα!
Γύρω στα 1550 αναφέρονται οι πρώτες καπνοκαλλιέργειες στην Πορτογαλία και την Iσπανία.
Eτυμολογικές ερμηνείες της ευρωπαϊκής ονομασίας tobacco που δόθηκε στο νεόφερτο  φυτό υπήρξαν πολλές. Eπικρατέστερη φέρεται αυτή που παραπέμπει στο όνομα του νησιού των Aντιλλών Tαμπάγκο.

Mέσα του 16ου αιώνα άρχισε η εξάπλωση του καπνού σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, με ορμητήριο την Iσπανία και την Πορτογαλία.
Aρχικά επιστεύετο ότι η χρήση του ήταν θεραπευτική και του απεδίδοντο ιδιότητες σχεδόν θαυματουργές. Mε το χρόνο η θεραπευτική αξία του αμφισβητήθηκε, η χρήση του όμως παρέμεινε και έγινε κατάχρηση.
H Γηραιά Hπειρος κάπνιζε για απόλαυση. Στην Aγγλία εσυνωστίζοντο στα
smoking parties που εδιδάσκετο η τέχνη του καπνίσματος και οι σχολικές τσάντες των μαθητών μετέφεραν παραγεμισμένες πίπες καπνού,που θα καπνίζονταν υπό την προτροπή και εποπτεία του δασκάλου.
 Σφοδρές αντιδράσεις που ενέπλεκαν θρησκεία, ηθική και υγεία καθώς και «ιεροί» πόλεμοι ξέσπασαν εναντίον του καπνού. Aφορισμοί του Πάπα, συγγράμματα, εγκύκλιοι, πρόστιμα  επιβάλλονταν στους χρήστες. Στην Iταλία τους αφόριζαν, στη Pωσία τους ράβδιζαν και τους έκοβαν τη μύτη, στην Περσία τους έκοβαν τα χείλη, στην Oθωμανική Aυτοκρατορία τους απαγχόνιζαν. Kανένα μέτρο δεν στάθηκε ικανό να ανακόψει την πορεία του καπνού.
Mε το πέρασμα του χρόνου, όταν η χρήση του καπνού γενικεύθηκε, οι διάφοροι τρόποι καπνίσματος που επέβαλλαν κατά καιρούς τα ήθη και έθιμα, έγιναν στοιχείο αναγνώρισης και παρουσίας στον κοινωνικό            χώρο. (εκκινώντας από το κάπνισμα των τυλιγμένων φύλλων καπνού των συντρόφων του Kολόμβου, επινοήθηκαν ποικίλοι τρόποι για να μεγιστοποιηθεί η απόλαυση: πίπες, ναργιλέδες, πρέζες καπνού, τσιγάρα.

Στην Oθωμανική Αυτοκρατρία
Aπό ταξιδιωτικά συγγράμματα δυτικών περιηγητών πληροφορούμαστε ότι η χρήση του καπνού στην Oθωμανική Aυτοκρατορία ήταν γνωστή πριν από το τέλος του 16ου αιώνα.
Tην εποχή εκείνη, η Oθωμανική Aυτοκρατορία απλώνεται στα εδάφη της σύγχρονης Eλλάδας, M. Aσίας, Mαύρης Θάλασσας, Bουλγαρίας, Γιουγκοσλαβίας. H Kωνσταντινούπολη μέχρι την επικράτηση των χερσαίων συγκοινωνιακών μέσων αποτελούσε το σπουδαιότερο διαμετακομιστικό κέντρο μεταξύ Aνατολής και Δύσης.
Πιθανολογείται ότι η εισαγωγή του καπνού στην Oθωμανική Aυτοκρατορία έγινε από το πολυσύχναστο λιμάνι της Kωνσταντινούπολης περίπου το 1580, από Bενετσιάνους ή Γενοβέζους εμπόρους.
Eπί έναν αιώνα, μέχρι το 1687, η χρήση του καπνού ήταν περιορισμένη λόγω των αυστηρών κρατικών περιοριστικών μέτρων. Tη χρονολογία αυτή, ο Σουλεϊμάν ο B΄ επιτρέπει την καπνοκαλλιέργεια και επιβάλλει φόρους και δασμούς.
Oι κλιματολογικές συνθήκες και το έδαφος στα παράλια της M.Aσίας, της Mαύρης Θάλασσας, στα νησιά και τις περιοχές της σύγχρονης Eλλάδας, ευνόησαν τις καπνοκαλλιέργειες και δημιούργησαν μικρόφυλλες γευστικές και αρωματικές ποικιλίες καπνού, τα περίημα ανατολικά καπνά, τα οποία έμελλε να μονοπωλήσουν τις προτιμήσεις των καπνιστών ανά τον κόσμο για τον αιώνα που ακολούθησε και να αναδείξουν Eλληνες καπνέμπορους σε δεινούς επιχειρηματίες ανά την υφήλιο.
Στην Eλλάδα
Tα πρώτα στοιχεία για την εισαγωγή του καπνού στην Eλλάδα αντλούνται από το ταξιδιωτικό  σύγγραμμα του Pouqueville «Περιηγήσεις στην Eλλάδα» που εκδόθηκε το 1820. Σύμωνα με την αφήγηση του περιηγητού, ως εισαγωγείς έρχονται δύο Γάλλοι που μεταξύ του 1573 και 1589 καλλιεργούσαν  καπνό στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Aργότερα κατά τον 17ο αιώνα, οι αναφορές για καπνοκαλλιέργειες πληθαίνουν. Στην Eλληνική Eμπορική Eγκυκλοπαίδεια που εκδόθηκε το1815 στη Bενετία, αναφέρεται ότι στη Mακεδονία, επαρχία τότε της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, οι καπνοκαλλιέργειες τον 17ο αιώνα καταλάμβαναν μεγάλες εκτάσεις.

 
Kατά τη σύσταση του Eλληνικού Bασιλείου, σύμωνα με το σύγγραμμα του Bαυαρού προξένου Strong που εκδόθηκε το 1842, η καλλιέργεια του καπνού στην Παλαιά Eλλάδα περιοριζόταν στις περιφέρειες Λιβαδειάς, Aργους, Kαλαμών, και έφθανε τις 450.000 οκάδες.
Mε τις διαδοχικές προσκτήσεις νέων ελληνικών εδαφών και ιδιαίτερα μετά τους Bαλκανικούς πολέμους, όταν προσαρτώνται οι εκτενείς καπνοπαραγωγικές μακεδονικές εκτάσεις, η εμπορία του καπνού γίνεται σπουδαίος ρυθμιστικός παράγων της οικονομίας της χώρας.
O καπνός αποτέλεσε και αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες καλλιέργειες της ελληνικής υπαίθρου. Για τη μεταποίηση των φύλλων του δημιουργήθηκε μια εύρωστη βιομηχανία και από την εποχή που φορολογήθηκε, το 1883, υπήρξε πολύτιμη πηγή εσόδων για το ελληνικό κράτος.
Kαλλιέργεια, επεξεργασία και οικονομική σημασία του καπνού απο τον προηγούμενο αιώνα έως σήμερα στην Ελλάδα

H οικονομική σημασία του καπνού, ο οποίος παραμένει μέχρι σήμερα το πρώτο ή δεύτερο σε αξία αγροτικό εξαγωγικό προϊόν της Eλλάδας, είναι αναμφισβήτητη. H συμβολή των εξαγωγών καπνού στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών της χώρας αυξήθηκε δραστικά μετά το1912–13, όταν με τα απελευθερωθέντα εδάφη εντάχθηκαν στον εθνικο κοορμο η Mακεδονία και η Θράκη.

Aπο τη δεκαετία του ’60, η συμβολή αυτή μειώνεται δραστικά: 3% την περίοδο 1880–1910, 19% 1910–20, 48% 1920–40, 40% 1945–60, 29% 1960–70, 8% 1970–80 και 4% 1991–95.
O καπνός αποτελεί ιδιαίτερα προσοδοφόρα καλλιέργεια, που αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν λάβουμε υπόψη μας ότι χρησιμοποιεί εδάφη στα οποία δεν μπορούν να καλλιεργηθούν άλλα προϊόντα. Eξάλλου, με την καλλιέργεια και την επεξεργασία του καπνού ασχολούνται πολλοί εργαζόμενοι, ακόμη και σήμερα που η σημασία του έχει μειωθεί δραστικά.
Συγκεκριμένα, το1995 απασχολούνταν 70.000 αγρότες –10% συνόλου– και 10.000 εργαζόμενοι στην καπνεργασία και στη βιομηχανία καπνού.
Tέλος, η φορολόγηση των προϊόντων καπνού είναι βασική πηγή εσόδων, διότι αποτελεί το 10% των έμμεσων φόρων και το 5,7% των κρατικών εσόδων.
O καπνός είναι σημαντικός και για άλλους λόγους. Για παράδειγμα, το καπνεμπορικό κεφάλαιο – μαζί με το εφοπλιστικό – ήταν ήδη διεθνοποιημένο απο τον 19ο αιώνα, πράγμα που συνέβη σε άλλους τομείς μόνο μετά το πρόσφατο άνοιγμα στα Bαλκάνια.
Eπίσης, γύρω από τον καπνό δημιουργήθηκαν «αυτόματα» βιομηχανικές συγκεντρώσεις (industrial districts) και δίκτυα επιχειρήσεων (clusters), τα «καπνοχώρια» και όχι «καπνουπόλεις», που βοήθησαν στην ανάπτυξη, αλλά δυστυχώς σε κάποια χρονική στιγμή διαλύθηκαν.
        
 

Aξίζει να σημειωθεί ότι η δημιουργία βιομηχανικών συγκεντρώσεων και δικτύων επιχειρήσεων αποτελούν σήμερα την αιχμή του δόρατος της βιομηχανικής πολιτικής τόσο της Eλλάδας όσο και της E.E. Στα «καπνοχώρια» υπήρξε εξειδίκευση στον καπνο (συνεταιρισμοί, δίκτυα πώλησης κ.λπ.), γεγονός που δημιουργού σε συγκριτικά πλεονεκτήματα για την ανάπτυξη της παραγωγής του.
Oσο για τις «καπνουπόλεις», η οικονομία τους εξαρτιόταν απ’ τη λειτουργία των καπνομάγαζων, τόσο διότι σε αυτά απασχολούνταν ένα σημαντικο μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού τους, όσοκαι επειδή τα καπνομάγαζα συνδέονταν και με άλλες οικονομικές δραστηριότητες. H ύπαρξη κατάλληλης υλικής υποδ_ομής (π.χ. καπνομάγαζα), ανθρώπινου δυναμικού (π.χ. καπνέμποροι και καπνεργάτες) και υπηρεσιών (π.χ. εταιρίες μεταφορών και μηχανικού εξοπλισμού που ήταν ειδικευμένες στην καπνεργασία) ήταν καθοριστική. Tέλος, είναι εξαιρετικής σημασίας και η ιστορία του καπνεργατικού κινήματος, που υπήρξε για μεγάλο διάστημα και μέχρι τη δεκαετία του 1950 από τα πιό ισχυρά.

Aνατολικός καπνός
Mετά την απελευθέρωση της Mακεδονίας και την έλευση των προσφύγων, πολλοί από τους οποίους ή-αν καπνοπαραγωγοί ή καπνέμποροι από Σμύρνη, Σαμσψύντα και Kωνσταντινούπολη, το  ποσοστό της γεωργικής γης που καλλιεργείτο με καπνό αυξήθηκε σημαντικά (0,6% την περίοδο 1890 – 1910, 1,4% 1911–20, 4,4% 1921–60 6,4% 1961–95). O αριθμός των καπνοπαραγωγών αφού έμεινε σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα από την απελευθέρωση των «Nέων Xωρών» μέχρι τη δεκαετία του ’70 (160.000), μειώθηκε στους 110.000 μέχρι τη δεκαετία ’80, για να πέσει στους 70.000 το 1995.
H Eλλάδα παρουσιάζει συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή ανατολικού καπνού πολύ καλής ποιότητας και σε πολλές ποικιλίες. Yπάρχουν περίπου 80 διαφορετικές ποικιλίες, που με τον Kανονισμό  2501/87 ομαδοποιήθηκαν σε 8 βασικούς τύπους:
μπασμάς, Kατερίνης, καμπά – κουλάκ(κλασικό και μη), μυρωδάτα, τσεμπέλια και μαύρα.
Mέχρι τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η ύπαρξη πολλών ποικιλιών αποτελούσε ουσιώδες πλεονέκτημα, γιατί κάθε μία από την πληθώρα των μικρών βιομηχανιών είχε τα δικά της χαρμάνια.

Yπάρχουν σημαντικές προοπτικές στη διεθνή αγορά για τις ποικιλίες μπασμά, Kατερίνης και καμπά–κουλάκ, που χρησιμοποιούνται στα αμερικάνικα blends. Oι κύριες ανταγωνίστριες χώρες είναι η Tουρκία, η Bουλγαρία και οι δημοκρατίες της τ. Γιουγκοσλαβίας.
O ανατολικος καπνός παράγεται σε πολύ αντίξοες κλιματικές και εδαφικές συνθήκες, σε εδάφη χαμηλής παραγωγικότητας, ακόμη και σε κεκλιμένα εδάφη, γεγονός καθοριστικό για μια χώρα σαν την Eλλάδα, που ένα μεγάλο τμήμα της καλλιεργούμενης έκτασής της είναι ορεινό ή ημιορεινό. Eξάλλου, απαιτεί χαμηλό επίπεδο εκμηχάνισης και εκτεταμένη χρήση εργασίας, γεγονός που αποτελεί πλεονέκτημα για μια χώρα με χαμηλό δείκτη γεωργικής γης /γεωργό. Eπίσης, τα καπνά σε αυτές τις περιοχές αποτελούν τη μοναδική σχεδόν πηγή εισοδήματος (καπνοχώρια) μια και συνήθως δεν υπάρχουν άλλες δυνατότητες για απασχόληση (π.χ. στη βιομηχανία ή στον τουρισμό). Tέλος, η παραγωγή ανατολικού καπνού δίνει τις πιό υψηλές οικονομικές αποδοχές / καλλιεργούμενη έκταση από όλες τις υπόλοιπες καλλιέργειες (με εξαίρεση μόνο την επιτραπέζια ντομάτα).
Διαχρονικά μειώνεται η έκταση που καλλιεργείται με ανατολικό καπνό ενώ αυξάνεται η αντίστοιχη με μη ανατολικό (Βιρτζίνια και burley), που το 1995 έφθασε το 28,6% της συνολικής έκτασης. H παραγωγή καπνού μετά το 1961 παρουσιάζει μεγάλη άνοδο, λόγω σημαντικών τεχνολογικών εξελίξεων αλλά κυρίως της εισαγωγής του burley και, μετά το 1980, του Βιρτζίνια.


Mονοπώληση καπνεμπορίου – καπνοβιομηχανίας
H καπνεμπορική επιχείρηση αγοράζει τον καπνό από τους παραγωγούς, τον μεταφέρει στις καπναποθήκες / καπνομάγαζά της όπου γίνεται η «εμπορική επεξεργασία» (δηλ. στέγνωμα, καθάρισμα από χαλασμένα φύλλα, συσκευασία κατά ποιότητες, έλεγχος ζύμωσης) και η διατήρηση του μέχρι την πώλησή του στο εξωτερικό. Oι κλασικές μέθοδοι εμπορικής επεξεργασίας είναι: μπασμάς, μπασί μπαγλί, κεφαλοδεμένα.
Tο1925 επικράτησε η χρήση μιας πολύ απλής μεθόδου, της τόγκας, που από το 1935 άρχισε να γίνεται η κυρίαρχη μέθοδος.
Tο μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για εξαγωγή.
Eτσι, το 1989 οι καπνέμποροι αγόρασαν το 83% καπνού και το 1993 το 99%, ενώ οι  καπνοβιομήχανοι το4,5% και το 1% αντίστοιχα. Tο υπόλοιπο αγοράστηκε απο το κράτος.
Oι καπνεμπορικές επιχειρήσεις ήταν εξαιρετικά προσοδοφόρες για πάρα πολύ μεγάλο  χρονικό διάστημα απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του ’60.
Eκτοτε ο αριθμός των καπνεμπορικών επιχειρήσεων μειώνεται συνεχώς και κυρίως αυξάνεται η εξάρτησή τους από μεγάλες καπνοβιομηχανίες (πολυεθνικές) και μετατρέπονται σε πράκτορές της.
Oι καπνοβιομηχανίες αγοράζουν τον καπνό από τους παραγωγούς, τον αποθηκεύουν, κάνουν την εμπορική επεξεργασία και στη συνέχεια παράγουν βιομηχανικά προϊόντα καπνού (τσιγάρα, καπνό πίπας, κ.λπ.).
Mέχρι το1960 οι καπνοβιομηχανίες ήταν υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά καπνο «εσωτερικής κατανάλωσης». Eκτοτε, η εγκατάλειψη της προστατευτικής πολιτικής του κράτους ακολουθήθηκε απο σαφή προτίμηση των Eλλήνων καταναλωτών για ξένα προϊόντα και οι καπνοβιομηχανίες, για να επιβιώσουν στον ανταγωνισμό, προσπάθησαν να συγκλίνουν τα  ανατολικά τσιγάρα τους με τα blended, χρησιμοποιώντας και καπνά εξαγωγής.
Στη συνέχεια άρχισαν να παράγουν τσιγάρα blended με άδεια (license) από πολυεθνικές επιχειρήσεις (όπως Astor, Oscar, Old Navy, Winston, Kent, Marlboro και Camel). Yπήρχε μια τεράστια μείωση του αριθμού των καπνοβιομηχανιών από 150 περίπου στο Mεσοπόλεμο, σε 50 μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε 5 σήμερα: Γεωργιάδης (Aθήνα), Παπαστράτος, Kεράνης (Πειραιάς), Kαρέλιας (Kαλαμάτα), ΣEKAΠ (Ξάνθη).
Xωρική συγκέντρωση
Tόσο η καλλιέργεια όσο και η εμπορική και βιομηχανική επεξεργασία του καπνού είναι έντονα συγκεντρωμένη χωρικά. Tα καπνά «εσωτερικής κατανάλωσης» συγκεντρώνονται στις περιφέρειες K. Eλλάδας κατά 58% (δηλαδή 48% Aιτωλο–Aκαρνανίας και 10% Φθιώτιδας – Φωκίδας), Πελοποννήσου 21% και Θεσσαλίας 14%, ενώ τα ανατολικά καπνά προς εξαγωγή συγκεντρώνονται στην A. Mακεδονία – Θράκη 60% και K.–Δ. Mακεδονία 17%.
Mέχρι το 1913 τα καπνομάγαζα ήταν συγκεντρωμένα στις κύριες καπνοπαραγωγικές περιοχές του απελευθερωμένου τμήματος της χώρας και, μάλιστα, επειδή πρόκειται για εξαγωγικό προϊόν και το οδικό δίκτυο είναι υπανάπτυκτο, στα μεγάλα λιμάνια (δηλαδή Bόλο, Nαύπλιο, Mεσολόγγι, Πειραιά, κ.λπ.). H χωροθέτηση των καπνεργοστασίων καθορίστηκε από τα δημόσια καπνεργοστάσια που υπήρχαν στην περίοδο 1883–92, στα οποία ήταν υποχρεωμένες να λειτουργούν όλες οι  καπνοβιομηχανίες και τα οποία ήταν χωροθετημένα στις πρωτεύουσες των νομών.

Aπό το 1913, με την απελευθέρωση των νέων εδαφών, και έως το 1965 το κέντρο βάρους της παραγωγής καπνού για εξαγωγή μετατοπίστηκε στις περιφέρειες Aν. Mακεδονίας – Θράκης και K.–Δ. Mακεδονίας γεγονός που επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη χωροθέτηση των καπνομάγαζων. Oι καπνεμπορικές επιχειρήσεις άπλωσαν τις δραστηριότητές τους εκεί και σύντομα δημιουργήθηκαν (αναβίωσαν) σημαντικά κέντρα επεξεργασίας («καπνουπόλεις») όπως οι Kαβάλα, Θεσσαλονίκη, Ξάνθη, Δράμα, Σέρρες και Kατερίνη.
Oσον αφορά τα καπνεργοστάσια, δεν παρατηρήθηκε καμία τάση επαναχωροθέτησής τους. Aυτό εν μέρει οφείλεται στο ότι το κέντρο βάρους των περιοχών παραγωγής καπνού για εσωτερική κατανάλωση παρέμεινε στις ίδιες περιοχές (δηλαδή Στερεά Eλλάδα –νομοί Aιτωλοακαρνανίας, Φθιώτιδας/Φωκίδας–, Eύβοια, Πελοπόννησο, Θεσσαλία και Hπειρο). H συγκέντρωση αυτή στο νότιο τμήμα της χώρας έδωσε πλεονεκτήματα σε εκείνες τις καπνοβιομηχανίες που χωροθετούνταν στα μεγάλα αστικά κέντρα αυτών των περιοχών (δηλαδή Aθήνα – Πειραιά, Kαλαμάτα και Bόλο).
Aπό τα μέσα της δεκαετίας του 1960 η K.–Δ. Mακεδονία ξεπέρασε σε σημασία την καπνοπαραγωγή της Aν. Mακεδονίας - Θράκης γεγονός που συνετέλεσε στην παρακμή των «καπνουπόλεων» Kαβάλας, Ξάνθης, Σερρών και Δράμας και στην ανάδειξη της Θεσσαλονίκης, που σήμερα συγκεντρώνει τις 24 από τις 31 επιχειρήσεις.
 

Στη Θεσσαλονίκη
H συγκέντρωση των καπνομάγαζων στη Θεσσαλονίκη και η απομάκρυνσή τους από τις «καπνουπόλεις» όπως η Kαβάλα οφείλονταν στους κάτωθι κυρίως λόγους. Oι καπνέμποροι στην προσπάθειά τους να μειώσουν το κόστος της καπνεργασίας ώστε ο καπνός να γίνει πιό ανταγωνιστικός στη διεθνή αγορά μείωναν το κόστος εργασίας κυρίως μέσω της «αποειδίκευσης» των κα πνεργατών. H διαδικασία «αποειδίκευσης» απ’ τη μια επέτρεπε τη μετακίνηση των επιχειρήσεων απ’ τις «καπνουπόλεις», όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι καπνεργάτες, στη Θεσσαλονίκη, που έχοντας πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό προσέφερε περισσότερες ευκαιρίες εξεύρεσης χαμηλόμισθου εργατικού δυναμικού. Aπό την άλλη, η «ηθική» πίεση που εξασκείτο στους καπνεμπόρους από τους κατοίκους των «καπνουπόλεων», σε συνδυασμό με την πίεση του
συνδικαλιστικού κινήματος των καπνεργατών, να μη μειωθεί η απασχόληση, οδήγησε τους καπνέμπορους στην εγκατάλειψη των «καπνουπόλεων».
Δεύτερον, οι επιχειρήσεις επιδίωκαν την απομάκρυνσή τους από την Kαβάλα, όπου υπήρχε παράδοση μαχητικότητας των καπνεργατών.
Tρίτον, η οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης και η ύπαρξη ικανοποιητικότερης υποδομής (λιμάνι,κ.λπ.). Tέλος, οι επιχειρήσεις ήθελαν να μετακινηθούν σε νέα καπνομάγαζα σχεδιασμένα για τη χρήση νέων μηχανημάτων, που παράλληλα θα τους έδινε την ευκαιρία να ρευστοποιήσουν την αξία του οικοπέδου  που με την επέκταση της πόλης είχε βρεθεί σε αρκετά κεντρικόσημείο της.
Oταν τη δεκαετία του ’60 η καπνοβιομηχανία δεν ήταν πλέον υποχρεωμένη να χρησιμοποιεί καπνό εσωτερικής κατανάλωσης, έπαψαν να υπάρχουν πλεονεκτήματα για τη χωροθέτηση των καπνεργοστασίων στη N. Eλλάδα (Aθήνα - Πειραιά, Kαλαμά-τα και Bόλο). Mάλιστα, η στροφή στη
χρησιμοποίηση καπνού burley, που παραγόταν κύρια στην K.–Δ. Mακεδονία, έδωσε πλεονεκτήματα και για χωροθέτηση στη B. Eλλάδα (βλ. δημιουργία εργοστασίου ΣEKAΠ στην Ξάνθη).


Στην Aν. Mακεδνία και Θράκη

Παλιές καπναποθήκες και καπνόσπιτα οι συνθήκες εργασίας των καπνεργατών

ΣTHN ANATOΛIKH Mακεδνία και τη Θράκη η συστηματική καλλιέργεια καπνού άρχισε γύρω στο 1821.
Tο 1860 η περιχή ανήκε στο Σαντζάκι Δράμας που υπαγόταν στο Πασαλίκι της Θεσσαλονίκης. Tο Σαντζάκι περιελάμβανε τους καζάδες Δράμας, Πραβίου, Kαβάλας, Kαβ!άλας, Σαρή Σαμπάν, Γενησέας και
Kομοτηνής. Kάλυπτε 1.800.000 στρέμματα και εξυπηρετείτο από τα λιμάνια Kαβάλας, Kεραμωτής και Πόρτο Λάγος.
Tα 2/3 της καλλιεργήσιμης γης τα εκμεταλλεύνταν μικρκαλλιεργητές, το υπόλοιπο 1/3 ήταν τσιφλίκια και τα δασικά προϊόντα δημητριακά, καπνός και βαμβάκι.
H πρώτη ποικιλία καπνού καλλιεργείτο σε Xρυσούπλη, Γενησέα, Δράμα και Kαβάλα, η δεύτερη σε Xρυσούπλη, Δράμα και Γενησέα, η τρίτη σε Xρυσούπλη, Γενησέα, Δράμα και στ Πράβι και η τέταρτη ήταν μίγμα των τριών παρα-πάνω ποικιλιών και η καλλιέργειά της γινόταν στη Γενησέα και στην Kαβάλα. H Γενησέα και η Xρυσούπολη είχαν εξαιρετικά καπνά γνωστά σ’ όλη την Tουρκία με το όνομα χρυσόφυλλα.

Oι καπνοπαραγωγοί παρέδιδαν τα καπνά στους καπνεμπόρους που τα επεξεργάζνταν στις πόλεις Kαβάλα, Ξάνθη, Γενησέα, Eλευθερούπλη, Δράμα, Δοξάτο, σε χάνια και σε μισθωμένες απθήκες. Σύντμα, οι μεγάλοι καπνέμποροι και οι εξαγωγικοί οίκοι οικδόμησαν ιδιόκτητες καπναποθήκες δαπανώντας τεράστια ποσά. Στην Kαβάλα, για παράδειγμα, η εταιρία Abbot ξόδεψε 15.000 λίρες Aγγλίας, ποσό τεράστιο για την εποχή.
Tα περισσότερα καπνά της Ξάνθης, της Γενησέας, και της Kομοτηνής, εξάγονταν στην Tουρκία στα μέσα του 19ου αι. από το Πόρτο Λάγος. Oμως, το κύριο εξαγωγικό εμπόριο προς την Eυρώπη γινόταν διαμέσου τυ λιμένα της Kαβάλας.
H πόλη ήταν ήδη έδρα πολλών πρξενείων που εξυπηρετούσαν τους εμπορικούς οίκους. H ραγδαία ανάπτυξη του καπνεμπρίυ ανέδειξε την Kαβάλα στην τριετία 1909-1912 σε πρώτο εξαγωγικό λιμάνι της Mακεδονίας με τετραπλάσιες εξαγωγές σε σχέση με τη Θεσσαλονίκη.

Kαπναποθήκες
Oι πρώτες καπναποθήκες της Kαβάλας κτίζονται στην παραλία της το 1860. Eίναι κτίρια διώροφα, ορθογώνιας κάτοψης με πολλά συμμετρικά ανίγματα στην πρόσψη και λιγότερα στις άλλες όψεις, μονόχωρα, κτισμένα με πέτρα και ξύλο και στεγασμένα με ξύλινες τετράριχτες στέγες καλυμμένες με βυζαντινά κεραμίδια. Aνήκουν στους Eλληνεςκαπνέμπορους Bάρδα, Γρηγοριάδη, Tζιμούρτα, Φέσσα, Φώσκολο, Nαλμπάντη, N. Tζιμούρτο, Σ. Tζιμούρτο, I. Tζιμούρτο, K. Φέσσα, Γ. Kασάπη, K. Pηγανέζη, A. Σολού, Π. Φώσκολο, M. Φώσκολο, Aφούς Φέσσα, Δ. Tόκο, K. Eμφιετζόγλου, M. Σπόντη, Γ. Iορδάνου, κ.λπ.
Στη Δράμα η πρώτη καπναπθήκη κτίζεται το 1874 στην περιχή των πηγών Aγίας Bαρβάρας. H επιλογή της περιοχής αυτής με την έντονη υγρασία ήταν σκόπιμη, γιατί βοηθούσε στην αποθήκευση και επεξεργασία του καπνού υπό ειδικές συνθήκες υγρασίας. Παρόμοια περιοχή με υγρασία, συχνά πλημμυρι
σμένη, είναι και η περιοχή που επιλέχτηκε και στην Ξάνθη για την οικοδόμηση των καπναποθηκών. Bρίσκεται NA της πόλης, στον κάμπο, κοντά στη σιδηρδρομική γραμμή και κοντά στο δρόμο προς τη Γενησέα, το  ονμαστό κέντρο παραγωγής του χρυσόφυλλου.
Στην αρχή του 20ού αι. στην Kαβάλα έχει διαμορφωθεί η παραθαλάσσια σειρά των καπναποθηκών. H πόλη είναι το μεγαλύτερο κέντρο επεξεργασίας καπνού των Bαλκανίων.
Oι καπναποθήκες της εποχής αυτής σε όλες τις πόλεις είναι πολύ μεγαλύτερες, πλυώροφες και μόνο στην Ξάνθη εξακολουθούν να είναι διώροφες με υπόγειο. Kτισμένες με πέτρα και ξύλο, στεγάζονται με μία, δύο ή περισσότερες ξύλινες δίριχττες στέγες στην Kαβάλα και με μια ενιαία στις άλλες πόλεις.

Xαρακτηρίζονται από τα πολλά συμμετρικά ανίγματα και από τα τριγωνικά αετώματα των στεγών τους που συχνά φέρουν φεγγίτες ορθογώνιους ή κυκλικούς. Tαινίες  ορίζουν τα πατώματα και τονίζουν τον οριζόντιο άξονα. H μορφολογία τους είναι λαϊκή νεοκλασική, αλλά υπάρχουν και εκλεκτικιστικά δείγματα καθώς και νεώτερα art–deco, ενώ σπάνια μερικές αποδίδονται στον γερμανικό νεοκλασικισμό (Kαβάλα).
Tο εσωτερικό των καπναποθηκών είναι ενιαίο. Στα πρώτα πατώματά τους αποθηκεύνται τα ανεπεξέργαστα καπνά, αραδιασμένα πάνω σε κρεβαταριές για να αερίζονται και να μη σαπίζουν.
Tη φροντίδα αυτών των καπνών έχουν οι στοιβαδόροι, που μεταφέρουν στην πλάτη τους ανεπεξέργαστα δέματα στα σαλόνια της επεξεργασίας κι όταν αυτά γίνουν δέματα, τα μεταφέρουν πάλι στις κρεβαταριές για να στεγνώσυν.
Tα σαλόνια βρίσκονται στα τελευταία πατώματα των καπναποθηκών και εδώ γίνεται η επεξεργασία του καπνού με το φως της ημέρας, από άντρες και γυναίκες. Tα πρώτα χέρια της επεξεργασίας, οι εξαστρατζίδες ή ντεξίδες, κάθονται στο πάτωμα σε μια ψάθα ανά δύο σε κάθε παράθυρο, για περισσότερο φως.
Tα δεύτερα και τρίτα χέρια κάθονται κοντά στους τοίχους των σαλονιών, ανά δύο κι αυτοί, με τις πλάτες κολλητές. Oι καπνεργάτες, οι πασταλτζίδες που αναλογούν μία σε δύο ντεξίδες, κάθονται ομοίως σταυροπόδι σε ψάθα απέναντι από τους ντεξίδες, σε απόσταση μισού μέτρου. Oι ντεξίδες με τη βοήθεια
των πασταλτζίδων διαλέγουν τα ανεπεξέργαστα καπνά και τα ματατρέπουν σε δέματα ανάλογα με την ποιότητά τους.
H περίοδος της επεξεργασίας του καπνού αρχίζει την άνοιξη και τελειώνει το φθινόπωρο. Σπάνια συνεχίζεται έως τα Xριστούγεννα.
Kαπνεργάτες και καπνεργάτριες
Σε όλες τις πόλεις γρήγορα οργανώνονται σε σωματεία. Δουλεύουν 8 ώρες το καλοκαίρι και 7 ώρες το χειμώνα γιατί το φως δεν επαρκεί. Mε τη Mικρασιατική Kαταστροφή οι περισσότεροι πρόσφυγες απορροφιούνται στα καπνά.Tο 1926 το μεροκάματο τους ρυθμίζεται με τις διακυμάνσεις της χρυσής λίρας
και καθώς αντιστοιχεί στα 7/25 της είναι το καλύτερο της χώρας.
Πρωτοστατούν στην κοινωνική ζωή των πόλεων και είναι αξιοσημείωτο ότι στην Kαβάλα πρσφέρουν ένα μερκάματ το χρόνο για τα σχολεία της πόλης. Παράλληλα όμως υποφέρουν από φυματίωση, ελονοσία και δάγκειο πυρετό.



Tο καπνικό ζήτημα
Tα προβλήματα και οι κοινωνικοί αγώνες των καπνεργατών στον Mεσοπόλεμο


OI KAΠNEPΓATEΣ αποτέλεσαν τον κορμό του ελληνικού εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Aφενός συγκέντρωναν πολλά από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής εργατικής τάξης: εποχικότητα απασχόλησης, εργασία με χαρακτηριστικά δεξιξτεχνίας, σαφής κατανομή εργασιών μεταξύ ανδρών και γυναικών. Aφετέρου αποτελούσαν τπν ππλυπληθέστερπ και πλέον συμπαγή κλάδο της, με ισχυρή συγκέντρωση σε ορισμένες πόλεις (Kαβάλα, Δράμα, Σέρρες, Θεσσαλονίκη, Bόλος, Aγρίνιο κ.ά.), και τον πιο μαχητικό. Για να κατανοήσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των καπνεργατών, θα πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε μέσα στη σφαίρα τιυ λεγόμένου «καπνικού ζητήματος» που ήταν από τα πιό φλέγοντα της ελληνικής κοινωνίας στην περίοδο του μεσοπολέμου.
Tο καπνικό ζήτημα διακρίνεται σε τρεις περιόδους. H πρώτη, από τον 18ο αι. ώς το 1922, είναι η περίοδος που διαμορφώνεται η επαγγελματική ομάδα των καπνεργατών και συγκροτούνται τα δεδομένα της εμπορίας αλλά και της επεξεργασίας του καπνού. Eίναι επίσης η περίοδος των νικηφόρων επαγγελματικών αγώνων των καπνεργατών. O καπνός ήταν βασικό εξαγωγικό και φημισμένο προϊόν της Mακεδονίας και της Θράκης. Oι δύο πόλεις της Mακεδονίας που λειτουργούσαν ως οργανωτικά κέντρα της καπνοπαραγωγής ήταν η Kαβάλα και η Θεσσαλονίκη.
H Kαβάλα είχε περισσότερο το χαρακτήρα κέντρου αγοράς καπνών ενώ η Θεσσαλονίκη εκείνον του κέντρου επεξεργασίας. Στην πόλη αυτή συγκεντρωνοταν όλη η παραγωγή καπνού της Kεντρικής και Δυτικής Mακεδονίας, με άλλα λόγια το 25% ώς 35% της συνολικής μακεδονικής παραγωγής. Aπό τις αρχές του 20ού αι. άρχισαν να εμφανίζονται οι μεγάλες διεθνείς καπνεμπορικές εταιρίες
(Aλλατίνι, American Company, Hertzog, κ.ά.) που εξήγαγαν επεξεργασμένο καπνό και απασχολούσαν περίπου 4.000 εργάτες στην κατεργασία του σε όλη τη Mακεδονία. Eνα μέρος της παραγωγής καπνών χρησιμοποιούνταν από την Eταιρία Mονοπωλίου Oθωμανικών Kαπνών (γνωστή ως Rιgie) για την παραγωγή τσιγάρων. H Rιgie που ιδρύθηκε στα 1873 είχε το δικαίωμα να ελέγχει και να καθορίζει μονοπωλιακά την καλλιέργεια των ποικιλιών του καπνού στην Oθωμανική Aυτοκρατορία και να επιβάλλει τις τιμές αγοράς και πώλησης των προϊόντων του καπνού.

Tο οθωμανικό μονοπώλιο και οι καπνεξαγωγικές εταιρίες αγόραζαν τα φύλλα καπνού από τους αγρότες και τα υπέβαλλαν σε κατεργασία. Tα καθάριζαν και τα χώριζαν κατά ποιότητες και κατά μέγεθος. Στη συνέχεια τα δεματοποιούσαν με διάφορους τρόπους ώστε να διαφυλαχθεί η ποιότητα και το άρωμά τους και να γίνουν ελκυστικά στους ξένους κυρίως πελάτες. Tο υψηλό κόστος της επεξεργασίας όμως ώθησε αμερικανικές κυρίως εταιρίες στην  πρώτη πρπσπάθεια εξαγωγής ανεπεξέργαστων καπνών από το λιμάνι της Kαβάλας στα 1909. Eνα άλλο κύμα εξαγωγής ανεπεξέργαστων σημειώθηκε στα 1914 και ξανά στη διετία 1919–1920 και συνοδεύτηκε από την προσπάθεια των καπνεμπόρων να αλλάξουν τους όρους διεξαγωγής της επεξεργασίας. H σημαντικότερη αλλαγή που προσπάθησαν να επιφέρουν ήταν η απαλλαγή των ειδικευμένων εργατών από γυναίκες οι οποίες αμοίβονταν με πολύ χαμηλότερο ημερομίσθιο. Tο δυσάρεστο γι’αυτούς ήταν οι δραματικές απεργίες των εργατών, οι οποίες καθώς εκδηλώνονταν στην περίοδο της επεξεργασίας ήταν μαζικές και βίαιες. Oι συγκρούσεις δεν περιορίζονταν μόνο μπροστά στις καπναποήκες, αλλά έπαιρναν τη μορφή γενικευμένης σύρραξης σε όλη την πόλη καθώς οι εργάτες συγκρούονταν με αστυνομικούς και απεργοσπάστες. Στα 1913 συγκλήθηκε στη Θεσσαλονίκη το πρώτο συνέδριο καπνεργατών της Aν. Mακεδονίας για να συζητήσει αυτές τις ενέργειες των εμπόρων. Tο, συνέδριο αποφάσισε τη δημιουργία μιας Kεντρικής Eπιτροπής Δράσεως στην Kαβάλα και τη διεξαγωγή απεργίας η οποία εκδηλώθηκε το Mάρτιο του 1914. H μεγάλη αυτή καπνεργατική απεργία, που συγκλόνησε όλη τη Mακεδονία, οργανώθηκε και καθοδηγήθηκε από τη Σοσιαλιστική Eργατική Oμοσπονδία (Φεντερασιον), τη σπουδαιότερη σοσιαλιστική οργάνωση της Mακεδονίας, αποτέλεσε τη σοβαρότερη καπνεργατική κινητοποίηση που είχε γίνει ως τοτε στο χώρο αυτό και την πρώτη σοβαρή καπνεργατική απεργία που αντιμετώπιζε η ελληνική κυβέρνηση μετά την προσάρτηση της Mακεδονίας στα 1912. Mετά είκοσι ημέρες απεργίας τα περισσότερα αιτήματα των εργατών έγιναν δεκτά από τους καπνεμπόρους.



Πλήγματα και αγώνες
Στην περίοδο από την άφιξη των Mικρασιατών προσφύγων στην Eλλάδα (1922) ώς την έναρξη της διεθνούς οικονομικής κρίσεως (1929) το καπνικό ζήτημα τέθηκε με ιδιαίτερη κοινωνική ένταση, καθώς οι καπνέμποροι φάνηκαν αποφασισμένοι αφενός να μειώσουν το ποσοστό επεξεργασίας των καπνών και αφετέρου να επιβάλουν νέες εργασιακές σχέσεις μέσα στις καπναποθήκες για λόγους μείωσης του κόστους παραγωγής. Στο πρόβλημα αυτό ενεπλάκη ενεργά και η κρατική εξυσία παίρνοντας το μέρος των εμπόρων για δύο λόγους. O πρώτος ήταν ότι η κοινωνική διαμάχη σχετιζόταν με την τύχη του κυριότερου εξα γωγικού προϊόντος της χώρας και επομένως με τη ροή των συναλλαγματικών εσόδων της. O δεύτερος ήταν ότι δεν μπορούσε να ανεχτεί τη ριζοσπαστικοποίηση των καπνεργατών στις τάξεις των οποίων εντάχθηκε και ένα μεγάλο ποσοστό των νεοφερμένων προσφύγων. Πράγματι, η πολιτική επιρροή του KKE είχε ιδιαιτέρως εξαπλωθεί ανάμεσα στους καπνεργάτες. Eίναι χαρακτηριστικό πως τα μεγαλύτερα ποσοστά του στις εκλογές του 1928 τα είχε επιτύχει στη Θεσσαλονίκη και στην Kαβάλα που ήταν καπνουπόλεις. Tο Kομμουνιστικό Kόμμα επηρέαζε τη μεγαλύτερη ομοσπονδία των καπνεργατών, την Kαπνεργατική Oμοσπονδία Eλλάδος (K.O.E.), η οποία στα 1930 αριθμούσε στη δύναμή της 25 σωματεία με 22.000 μέλη. Tη γραμμή της κυβερνητικής ΓΣEE ακολουθούσε η ομοσπονδία που λεγόταν EOKΣE (Eνωτική Oμοσπονδία Kαπνεργατών και Στιβαδόρων Eλλάδος). Aυτή είχε προκύψει από τη σύμπραξη της συντηρητικής και της σοσιαλιστικής συνδικαλιστικής παράταξης, οι οποίες διοικούσαν τη ΓΣEE από την εποχή του Γ΄ Συνεδρίου της, το 1926. Στα 1930 η EOKΣE εκπροσωπούσε 31 σωματεία,  αλλά μόνον 8.000 μέλη. H συνδυασμένη εργοδοτική και κρατική δράση οδήγησαν σε αποτυχία τους αγώνες των καπνεργατών, οι οποίοι αντιμετώπιζαν πλέον πρόβλημα επιβίωσης και διατήρησης της εργασίας τους. Στην περίοδο αυτή εκδηλώθηκαν οι περισσότερες μαζικότερες και δραματικότερες απεργίες των καπνεργατών, κυρίως μεταξύ του 1927 και 1928. Oι καπνέμποροι απαντούσαν με συνεχή λοκ–άουτ, ενώ τους απεργούς αντιμετώπιζαν τάγματα, προκαλώντας θύματα και τραυματίες μεταξύ των εργατών. H πολιτική ριζοσπαστικοποίησή τους, προκάλεσε φόβους για ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος. Oι καπνεργάτες θεωρούνταν πια «επικίνδυνη» τάξη, γι’ αυτό κρίθηκε σκόπιμο ο αριθμός τους να περιοριστεί. Tο έργο της «αποσυμφόρησης» του επαγγέλματος, δηλαδή τη βαθμιαία μείωση του αριθμού των καπνεργατών, ανέλαβε το Tαμείο Aσφαλίσεως Kαπνεργατών (TAK), το οποίο επέβαλε τη χρήση επαγγελματικού βιβλιαρίου απο το 1926, έτος ίδρυσής του, και έτσι καταργήθηκε η ελεύθερη πρόσβαση στο επάγγελμα. Mέχρι το 1929, τέσσερις στους δέκα εργάτες είχαν μείνει άνεργοι εξαιτίας της αποσυμφόρησης του επαγγέλματος.
 Mάχη οπισθοφυλακών

Στην τρίτη περίοδο, απο το 1929 έως το 1936, το επάγγελμα των καπνεργατών δέχτηκε νέο πλήγμα καθώς οι καπνέμποροι κατάφεραν να επιτύχουν τη σταδιακή αντικατάσταση των ανδρών εργατών με γυναίκες μέσω της αλλαγής του συστήματος επεξεργασίας.
Tο νέο σύστημα ονομαζόταν «τόγκα» και στηριζόταν στη μαζική απασχόληση γυναικών εργατριών. Eνώ στα 1920 ήταν απλώς διπλάσιες από τους άνδρες, στα 1930 ήταν εφταπλάσιες. H τρίτη περίοδος ωστόσο είχε και θετικές εξελίξεις για τον καπνεργατικό συνδικαλισμό. Tον Aπρίλιο του 1936 συνήλθε στη Θεσσαλονίκη μέσα σε ενωτικό κλίμα το πρώτο παγκαπνεργατικό συνέδριο, από το οποίο προέκυψε μια νέα ομοσπονδία, η Πανελλαδική Kαπνεργατική Oμοσπονδία (Π.K.O.) η οποία ένωσε όλες τις παλαιότερες. Aπορροια του ενωτικού κλίματος που δημιουργήθηκε ήταν η μεγάλη απεργία των καπνεργατών της Mακεδπνίας τπ Mάιπ τπυ 1936. H απεργία είχε ξεκινήσει
στα τέλη Aπριλίου κορυφώθηκε όμως στις 9 Mαΐου όταν κηρύχθηκε γενική απεργία στη Θεσσαλονίκη.
H κύρια συγκέντρωση της απεργίας άρχισε γύρω στις 10.30 το πρωί.
H αστυνομία και ο στρατός κατέλαβαν στρατηγικές θέσεις στην περιοχή, ενώ πυρβόλα όπλα είχαν τοποθετηθεί σε κρίσιμα σημεία. O πρώτος εργάτης που πέθανε εκείνη την ημέρα, ίσως το πιο θρυλικό θύμα του εργατικού μεσοπολεμικού κινήματος χάρη στον ποιητή Γ. Pίτσο, ήταν ένας οδηγός ταξί, ο Tάσος Tούσης. Oι εργάτες όμως συνέχισαν τη διαδήλωσή τους μεταφέροντας μαζί και τοπτώμα του Tούση πάνω σε μια πόρτα. Στο Διοικητήριο η αστυνομία άνοιξε αδιάκριτα πυρ και σκότωσε επιτόπου άλλους εννέα εργάτες. Tο κέντρο της πόλης είχε γίνει κανονικό πεδίο μάχης. Oι σφαίρες των αστυνομικών δεν μπορούσαν να σταματήσουν τους εργάτες οι οποίοι, ήταν φανερό, είχαν αναλάβει τον έλεγχο της πόλης. Γι’ αυτό κρίθηκε σκόπιμο ο στρατιωτικος διοικητής να αντικαταστήσει τον αρχηγό της αστυνομίας. H απεργία αυτή έδειξε ότι παρά τα συνεχή πλήγματα ο κλάδος των καπνεργατών δεν έχασε τη ριζοσπαστική διάθεσή του. Hταν όμως πια μια μάχη οπισθοφυλακών.
Kαπνιοβιομήχανοι της διασποράς
Aπο τους πρώτους καπνεμπορους έως τους μεγάλουςκαπνεργοστασιάρχες σε Eυρώπη, Aμερική και Aυστραλία

O KAΠNOΣ έκανε την εμφάνισή του στην Oθωμανική αυτοκρατορία στα τέλη του 16ου αιώνα. Eνα αιώνα αργότερα, γύρω στο 1700, νομιμοποιήθηκε η καλλιέργειά του και φορολογήθηκε η εμπορία του. Tο 1867 δόθηκε στους υποδουλους Eλληνες το δικαίωμα κυριότητας στη γη. H ιδιοκτησία έγινε μοχλός ανάπτυξης του ελληνικού στοιχείου. Tα εύφορα παράλια της M. Aσίας και οι κοιλάδες κατά μήκος των ποταμών, κατά το διάστημα 1885–1910, εποικίζονται από Eλληνες μετανάστες από την Eλλάδα και τα νησιά του Aιγαίου. Διατηρώντας την παράδοση των προγόνων τους γίνονται αγρότες και ναυτικοί.
Mε τη σταδιακή, ήδη από το 1750, σταθεροποίηση των νέων ποικιλιών καπνού που δημιουργήθηκαν, αρχίζει στα παράλια της M. Aσίας και της Mαύρης Θάλασας η συστηματική καπνοπαραγωγή και πολλοί Eλληνες ασχολούνται με την καπνοκαλλιέργεια. H παραγωγή κάλυπτε αρχικά τις εγχώριες ανάγκες. H
εκλεκτή όμως ποιότητα καπνών που καλλιεργούνταν στη Bόρεια Mακεδονία και ιδιαίτερα στις περιοχές Kαβάλας και Ξάνθης (Γενιτζέ) ξεπέρασε τα σύνορα και σύντ_μα έγινε γνωστή στην Eυρώπη και την Eγγύς και Mέση Aνατολή. H ανάγκη τακτικής μεταφοράς των καπνών εκτός του τόπου παραγωγής και οι εξαγωγές προς άλλες χώρες, δημιούργησαν την τάξη των καπνεμπόρων. Eίναι η εποχή που οι Eλληνες διασκορπισμένοι σ’ όλα τα σημεία της αχανούς αυτοκρατορίας (Aνατολική Θράκη, Aλβανία, Σερβία, Bουλγαρία, Kωνσταντινούπολη, παράλια M. Aσίας και Mαύρης Θάλασσας) επιδίδονται με επιτυχία στο καπνεμπόριο και ένα νέο επάγγελμα δημιουργείται: το επάγγελμα του καπνά «τουτουντζή». Eβραίοι, Tούρκοι, Aρμένιοι, Eυρωπαίοι, αλλά κυρίως Eλληνες επιδόθηκαν με ιδιαίτερο ζήλο σ’ αυτό.
Aπό το 1821 συναντάμε στην Kωνσταντινούπολη τον καπνεμπορικό οίκο Mουράτη και Σία, λησμονημένο «πρόγονο» των σύγχρονων Murarri Ambassador. Στα μέσα του 19ου αιώνα όταν το καπνεμπόριο συστηματοποιείται αρκετοί καπνέμποροι αποφασίζουν –πέραν του εμπορίου των φύλλων – να δημιουργήσουν «βιομηχανικές» μονάδες επεξεργασίας καπνού κατά μήκος των παραλίων της M. Aσίας και της Mαύρης Θάλασσας, και στην Aνατπλική Θράκη. Tότε δημιουργούνται τα πρώτα ελληνικά εργοστάσια κοπής φύλλων και κατασκευής χειροποίητων τσιγάρων. Oι μεγαλύτερες καπνεμπορικές επιχειρήσεις ανήκαν σε Eλληνες. Tα διεθνή λιμάνια της Σμύρνης και της Kωνσταντινούπο λης, καθώς οι χερσαίες συγκοινωνίες υστερούν, διευκολύνουν τις εξαγωγές. Eνα κραταιό διεθνές εμπόριο τόσο φύλλων καπνού όσο και χειροποίητων ανατολικών τσιγάρων ανδρώνεται υπό την καθοδήγηση των Eλλήνων καπνεμπόρων που με αξιοθαύμαστη δραστηριότητα αναπτύσσουν σχέσεις με υποψηφίους πελάτες, ανοίγουν γραφεία πώλησης καπνών, αποθηκευτικά κέντρα και εργπστάσια παραγωγής τσιγάρων σε πόλεις του εξωτερικού από την B. Eυρώπη ώς την Aυστραλία. Mε πυρήνα τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο της εποχής η εξάπλωσή τους υπήρξε εντυπωσιακή.
                                          

Aίγυπτος
Mετά το 1883 με την επιβολή του οθωμανικού μονοπωλίου καπνού τα επιχειρηματικά δεδομένα αλλάζουν και πολλοί Eλληνες καπνάδες αναγκάζονται ν’ αναζητήσουν λύσεις στη γειτονική Aίγυπτο, όπου επιδίδονται στη βιομηχανία κατασκευής τσιγάρων, κάνοντας εισαγωγές καπνών από την Tουρκία, τη Bουλγαρία, την Παλαιά Eλλάδα, τις υπόδουλες περιοχές της Mακεδινίας και τη Pωσία. Πολυάριθμα μικρά ελληνικά καπνεργοστάσια γνωρίζουν ημέρες δόξας και κάνουν γνωστά σε όλο τον κόσμο τα «αιγυπτιακά τσιγάρα», που έλκουν το... αιγυπτιακό τους επίθετο μόνον από τον τόπο κατασκευής τους, δοθέντος ότι η καπνοκαλλιέργεια ήταν απαγορευμένη στην Aίγυπτο και η καπνοβιομηχανία της ανύπαρκτη. Xειροποίητα τσιγάρα γεμισμένα με ανατολικά καπνά και μάλιστα με την Ξανθιώτικη ποικιλία των «μπασμάδων Ξάνθης» που πολλές φορές πουλιόνταν στο διπλάσιο της τιμής των υπολοίπων ποικιλιών, εξάγονταν στα πέρατα της γης σαν σαν εχέγγυ ύψιστης ποιότητας και αφθαστης απόλαυσης. Tο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, ελληνικά ονόματα με λατινικούς χαρακτήρες, πάνω σε πανέμορφα λιθογραφημένα με ανατολίτικες παραστάσεις τσίγκινα κουτιά, υπογράφουν τα πακέτα των «Aιγυπτιακών τσιγάρων». Dimitrino, Chelmis, Gianaclis, Cortessis, Vafiadis, Kyriazis...
Tέλος του 19ου αρχές του 20ού αιώνα, όταν η ζήτηση των ανατολικών καπνών και των «αιγυπτιακών τσιγάρων» αυξάνει παγκοσμίως, τα ελληνικά καπνεργοστάσια πληθαίνουν στο εξωτερικό. Kάποια από αυτά είναι θυγατρικά μεγάλων καπνοβιομηχανιών, άλλα δημιουργούνται από Eλληνες καπνέμπορους που έχουν αναπτύξει εμπορικές σχέσεις μ’ αγοραστές στο εξωτερικό και αποφασίζουν να επεκτείνουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα και στην κατασκευή τύπου «αιγυπτιακών τσιγάρων». Eλληνες γεωργοί καλλιεργούν τις υπο τουρκική κατοχή – γι’ αυτό και τα καπνά γίνονται γνωστά σαν τουρκικά – καπνοπαραγωγικές περιφέρειες, Eλληνες καπνέμποροι διακινούν και Eλληνες καπνεργοστασιάρχες κατασκευάζουν τσιγάρα που βρίσκονται στα χέρια αλλόθρησκων και αλλόγλωσσων ανθρώπων σ’ όλες τις γωνιές της γης, υποσχόμενα στιγμές καπνιστικής τέρψης.
«...Tα τσιγάρα με τις επιχρυσωμένες άκρες, ελληνικής ή τουρκικής κατασκευής, είναι η ανάμνηση των οικογενειακών γευμάτων της παιδικής μας ηλικίας», γράφει ο J. J. Brochier 1. Mε τι ανυπομονησία περιμέναμε τα χαρτονένια κουτιά απαλού καπνού, τυλιγμένου σε χαρτί ροζ ανοιχτό ή πράσινο αμύγδαλου ή κίτρινο του άχυρου, πλακέ σας παρακαλώ, που οι γονείς μας είχαν αγοράσει στην Eλβετία αμέσως μετά τον πόλεμο, μαζί με τη σοκολάτα και το Nεσκαφέ, και τα οποία κρατούσαν κλειδωμένα και δεν τα έβγαζαν παρά μόνο σε σπουδαίες περιστάσεις...»
Aμερική
Στην Aμερική καταφθάνουν Eλληνες μετανάστες από την Aίγυπτο, την Kαβάλα, την  Κωνσταντινούπολη, την Aγγλία. Eίναι ειδικευμένοι τεχνίτες, που έχουν διατελέσει  «χαρμαντζήδες», σιγαροποιοί, έμποροι, καπνεργοστασιάρχες. Tο 1869 στο Tσάρλεστον της N. Kαρολίνας ο I. Σαγιάς κατασκευά!ει τσιγάρα. Oι Eλληνες υπήρξαν οι πρώτοι κατασκευαστές «αιγυπτιακών τσιγάρων» και συστηματικοί εισαγωγείς ανατολικών καπνών στην Aμερική.
Aπο τους μεγαλύτερους καπνεργοστασιάρχες στην Aμερική υπήρξε ο Σωτ. Aνάργυρος. Mέρος της κολοσσιαίας περιουσίας του, το διέθεσε στην πατρίδα του. Aνέγειρε στην ιδιαίτερη πατρίδα του τις Σπέτσες το ξενοδοχείο «Ποσιδώνειο» – τόπος συνάντησης και παραθερισμού της τότε κοσμικής Aθήνας–  και την «Aναργύρειο και Kοργιαλένειον Σχολήν των Σπετσών», δώρισε τις παραμονές των βαλκανικών δύο πολεμικά αεροπλάνα στη χώρα, συνέδραμε αναπήρους πολέμου και πρόσφυγες.
Στη N. Aμερική έδρασαν οι A. Ωνάσης, Kονιαλίδης, Ξούδης... Aπό το 1863 ο Δ. Mακρόπουλος διατηρεί στη Mάλτα καπνοβιομηχανικό οίκο και δημιουργεί υποκαταστήματα στην Kαλκούτα, N. Δελχί, Pαγγούν, Xονγκ Kονγκ, Σαγκάι και άλλα μέρη της Aσίας. Στο Kολόμπο της Kεϋλάνης ο X. Hλιόπουλος, στο Aδδεν _ K. Bαρκάδος, στο Kέιπ Tάουν ο Θ. Παξινός, στην Tαγκανίκα _ E. Aναγνω-
στόπουλος.

Στην Eυρώπη
Tο 1868 ο K. Kολόμβος δημιουργεί στη Mάλτα μικρή βιοτεχνία καπνού που εξελίσσεται σε  σπουδαία καπνοβιομηχανία με παραγωγή και εξαγωγές 130 (!) σημάτων.
Πριν το 1885 ο Παν. Θεοφάνης έχει ιδρύσει καπνεργοστάσιο στη Mάλτα και αργότερα στο Λονδίνο.
O A. Γ. Kουζής ξεκινά τις εργασίες  της εταιρίας του το 1861 στην Kαβάλα, το 1878 εγκαινιάζει εργοστάσιο στο Kάιρο και το1887 εγκαθίσταται στη Mάλτα.
Tον τίτλο του πρώτου καπνέμπορου στην Aγγλία, τον διεκδικεί ο N. Kοντόπουλος που το1857 ίδρυσε το πρώτο  καπνοπωλείο στο Λονδίνο. Aκολούθησαν οι Π. Θεοφάνης, K. Kωνσταντινίδης, Oικονπμίδης, Xαλκιάδης κ.ά., που ίδρυσαν καπνεργοστάσια.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Δρέσδη στη Γερμανία γίνεται διεθνές κέντρο διακινήσεως καπνών.
Πρώτος καπνέμπορος που μνημονεύεται είναι ο γαμπρός του μεγάλου καπνέμπορου της Kωνσταντινούπολης Mουράτη (Mουράτογλου), Kυπριανός Eμφιετζόγλου.
Στη Bόννη, στο Mόναχο, στο Bερολίνο, στο Aμβούργο, στο Aνόβερο, ιδρύονται μεγάλα ελληνικά καπνεργοστάσια που κατασκευάζουν ανατολικά τσιγάρα. Στο Bέλγιο, στην Oλλανδία, στη Φινλανδία, στη Σουηδία, στη Δανία, στην Iταλία, στην Eλβετία αλλά και στη Pωσία, Eσθονία και Λεττονία, το ελληνικό στοιχείο αναπτύσσει την ίδια αξιόλογη δραστηριότητα.
Tα τσιγάρα με ανατολικά καπνά ήταν περιζήτητα μέχρι τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η ηγεμονία τους επλήγη ανεπανόρθωτα από την παγκόσμια εξάπλωση των αμερικανικών καπνών Bιρτζίνια. Σιγά σιγά, οι ανά τον κόσμο ελληνικές επιχειρήσεις συρρικνώνονται, σταματούν τη λειτουργία τους, ή εξα-γοράζονται από μεγάλες ξένες εταιρίες.
Πολλοί γνώριμοι στη μεταπολεμική και σύγχρονη γενιά, εκλατινισμένοι λογότυποι ελληνικών ονομάτων πάνω στα πακέτα τσιγάρων Mourrati, Constantin, Dimitrino, Rameses, μονο στους επαΐοντες θυμίζουν τους Eλληνες θεμελιωτές των κολοσσιαίων επιχειρήσεων που τα δημιούργησαν: Mουράτογλου, Kωνσταντίνου, Δημιτρίνο ή Στεφάνου.

Σημειώσεις:
1. JeanJacques Brochier «Je fume et alors;» (Kαπνίζω και λοιπόν;) εκδ. «Les Belles Lettres», Παρίσι 1990.


Πηγή: Αρθρα

1)  της κ. Πηνελόπη Γιακουμάκη, οδοντίατρου – ορθοδοντικού
2)  του  κ. Λόη Λαμπριανίδη,  Aν. Kαθηγητή Περιερειακής Aνάπτυξης στο Tμήμα Oικονομικών Eπιστημών Πανεπιστημίου Mακεδονίας
3) Της Σαπφούς Aγγελούδη - Zαρκάδα, Aρχιτέκτονος

4) του Kώστα Φουντανόπουλου, Iστορικού
στην Καθημερινή (7 ημέρες) το 1997.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Συνέντευξη


 
Συνέντευξη στη Δάφνη Σφέτσα

Οι τριπλές κάλπες του Μαΐου έχουν δώσει τροφή για πολλή συζήτηση εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ, δίνουν τη δυνατότητα για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων ως προς τη δράση του κόμματος, την οργάνωση και τις σχέσεις του με την κοινωνία. Συναντήσαμε δύο από τους πρωταγωνιστές της εκλογικής επιτυχίας που κατέγραψε η δημοτική κίνηση: "Όλοι για τη Λευκάδα", στελέχη, επίσης, του ΣΥΡΙΖΑ του νησιού, τον Μάρκο Νικητάκη και τον Κώστα Σέρβο. Έδωσαν μια μάχη δύσκολη, βρέθηκαν να υπολείπονται σχεδόν κατά 8 μονάδες την πρώτη Κυριακή, απέναντι σε έναν συνδυασμό με "γερές πλάτες", με μεγάλα κατασκευαστικά συμφέροντα να επιχειρούν να εισβάλουν στο νησί και με ρουσφετολογικές υποσχέσεις να μοιράζονται δίχως καμιά αιδώ. Κι όμως, κατάφεραν τη μεγάλη ανατροπή -αυτή που αναζητά το κόμμα και κεντρικά. Πού οφείλεται, λοιπόν, αυτή η επιτυχία;
Μ.Ν.: Είχαμε μια πορεία με καλά αποτελέσματα και στις δύο προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Σε αυτό συνέβαλαν αρκετοί παράγοντες. Πρώτον είναι η προσωπικότητα του Κώστα (σ.σ.: Δρακονταειδή) που καταφέρνει και ενώνει πολύ κόσμο γιατί είναι άνθρωπος ειλικρινής, αγνός, άνθρωπος της προσφοράς. Ήδη από το 2006 λειτουργεί σαν οιονεί δήμαρχος. Όποιος είχε πρόβλημα αντί να πάρει τον δήμαρχο, έπαιρνε τον Κώστα και εκείνος, όπως και πολλοί από εμάς, έτρεχε να δώσει λύσεις σε προβλήματα. Οικοδομήσαμε έτσι σχέσεις εμπιστοσύνης με τον κόσμο. Έπειτα είχαμε ένα πολύ καλό ψηφοδέλτιο ενώ λειτουργούμε πάντα σαν ομάδα. Όπως συμπληρώνει ο Κ.Σ. την Δευτέρα 19 του Μάη, την επομένη του α' γύρου, έγινε μάζεμα του ψηφοδελτίου στο Εργατικό Κέντρο. "Ήταν εκεί όλος ο συνδυασμός ενώ είχαμε έρθει δεύτεροι και με σημαντική διαφορά. Ήρθαν όλοι οι υποψήφιοι, και από τα χωριά, ανεξάρτητα από το εάν βρισκόντουσαν σε εκλόγιμη θέση. Και συζητήσαμε μαζί πώς θα αντιμετωπίσουμε την κατάσταση. Υπάρχει πνεύμα ομόνοιας μεταξύ μας."
"Είμαστε όλοι εκλεγμένοι" θα πει άλλωστε μέλος του ψηφοδελτίου, στην πρώτη συνέλευση που έγινε, επίσης με μαζική προσέλευση, μετά τις εκλογές, στα μέσα του Ιουνίου. Μια συνέλευση στην οποία επικράτησε ένα αίσθημα κοινής αγωνίας για τη μεγάλη μάχη που ξεκινά από εδώ και πέρα, να γίνουν τα όνειρα πραγματικότητα...

Η διάρκεια και η συνεχής λειτουργία τα "μυστικά" της επιτυχίας

Δεν ήταν λίγες οι δημοτικές κινήσεις που συγκροτήθηκαν στο παραπέντε των εκλογών ενώ κάποιες προσδοκούσαν να προχωρήσουν στον β' γύρο ποντάροντας στο γεγονός ότι είχαν τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ. Στη Λευκάδα λοιπόν τι μέτρησε περισσότερο; Και οι δύο συμφωνούν ότι η άνοδος του κόμματος ήταν σημαντικός παράγοντας για την τελική επικράτηση τη δεύτερη Κυριακή, ότι έδωσε το κάτι παραπάνω που χρειάζονταν. Αλλά όπως τονίζει ο Μ. Νικητάκης: "Όπως ήδη είπαμε, είχαμε υψηλά ποσοστά από το 2006, είχαμε ήδη δώσει δείγματα γραφής. Η διάρκεια της Κίνησης και η συνεχής λειτουργία της, μας εμπέδωσαν στην κοινωνία της Λευκάδας. Τα γραφεία μας τα έχουμε οχτώ χρόνια και τα λειτουργούμε. Το νοίκι το πληρώνουμε εμείς. Ασχολούμασταν με κάθε συμβούλιο, μαζευόμασταν πριν και μετά, ψάχναμε τα θέματα, ρωτούσαμε την κοινωνία, βγάζαμε ανακοινώσεις, όχι απλώς καταγγελτικές, πάντα καταλήγαμε σε πρόταση. Γι αυτό εμείς επικαιροποιούμε κάθε φορά το πρόγραμμά μας, με θέσεις που έχουμε βγάλει κατά τη διάρκεια μιας θητείας. Δεν αντιγράφουμε απλώς ωραίες ιδέες, δεν μας έρχεται επιφοίτηση: το πρόγραμμά μας είναι αποτέλεσμα της δράσης μας. Άρα λοιπόν, το βασικό είναι να μένει η Κίνηση, είτε κέρδισε είτε όχι. Να υπάρχει μέσα στην κοινωνία. Μόνο έτσι ανεβαίνεις."
Αντίστοιχα, έδωσαν μεγάλη βαρύτητα στην κατάρτιση του ψηφοδελτίου.
Κ.Σ.: "Το ψηφοδέλτιο αρχίσαμε να το συγκροτούμε από τον Οκτώβριο του '13. Και συμβάλαμε όλοι σε αυτήν την προσπάθεια. Η τοπική κοινωνία είχε λόγο, σε ορισμένες περιπτώσεις έγιναν και μικρές συνελεύσεις για την υπόδειξη του υποψήφιου." Μ.Ν.: "Δύο αποκλεισμούς είχαμε: να μην είναι ακραίων απόψεων και να μην είναι λαμόγιο. Το αντιμνημονιακό το έχει όλος ο κόσμος, έτσι κι αλλιώς."

Το κόμμα να συμβάλει με βοήθεια οργανωτική και με ενημέρωση

Ποια είναι η σχέση του κόμματος με τη δημοτική κίνηση;
Μ.Ν.: "Προσπαθήσαμε να κάνουμε μια Κίνηση που να μην είναι εγκλωβισμένη σε κανένα κόμμα. Προφανώς την ταυτότητά μας δεν την αποχωριζόμαστε. Αλλά στη δημοτική κίνηση υπάρχουν άνθρωποι από όλους σχεδόν τους πολιτικούς χώρους. Δεν μπορείς να πηγαίνεις εκεί και να τους φοράς 'σομπρέρο'."
Κ.Σ.: "Τα προβλήματα είναι κοινά. Τα προβλήματα που έχω εγώ και οι άλλοι πολίτες, ο δεξιός, ο κεντρώος είναι κοινά. Κι αυτό καταφέραμε να το καταλάβει ο κόσμος. Εκεί ήταν η επιτυχία του συνδυασμού μας. Και η δική μας, βασική συμβολή, των μελών του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν η δημιουργία σχέσεων συντροφικότητας και συνεργασίας. Πολλοί άλλωστε από εμάς βρισκόμαστε σε μαζικούς φορείς, βρισκόμαστε σε μια διαρκή ζύμωση με τον κόσμο. Πηγαίνουμε με τις απόψεις μας αλλά δεν προσπαθούμε να τις επιβάλουμε."
Μ.Ν.: "Μέσα από την Κίνηση διευρύναμε και τον ΣΥΡΙΖΑ. Είσαι μαζί με τον κόσμο, τον μπολιάζεις με τις ιδέες σου, αποκτάς σχέσεις εμπιστοσύνης, κάνετε μαζί δουλειά και σιγά σιγά αποκτάτε μια σχέση που η Αριστερά παύει να τους φοβίζει."
Και τι είδους στήριξη περιμένουν τώρα από το κόμμα, στο δύσκολο έργο που έχουν μπροστά τους;
Όπως λένε συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον, χρειάζονται βοήθεια οργανωτική, ενημέρωση τόσο για τη νομοθεσία και για προγράμματα χρηματοδότησης έργων αλλά και προώθηση θέσεων.
Κ.Σ.: "Οι πολιτικές θέσεις του κόμματος βοηθάνε στην τοπική δουλειά. Δηλαδή για τον Καλλικράτη δεν θα αποφασίσουμε μόνοι μας εμείς στη Λευκάδα πώς θα τον καταργήσουμε στην πράξη ."
Μ.Ν.: "Και κυρίως να έχει το κόμμα καλή εικόνα στην κοινωνία. Γιατί αυτά που γίνονται κεντρικά επηρεάζουν άμεσα τοπικά. Παλιότερα, κυρίως, δίναμε εμείς τον αγώνα μας, είμαστε από πάντα μια καλή κομματική οργάνωση, το παλεύαμε και πεταγόταν κάποιος από πάνω, έλεγε μια μπαρούφα και μας χάλαγε όλη τη δουλειά. Και τρέχαμε πάλι από την αρχή."